Art & Culture Life Υγεία

«I Can’t Get No Satisfaction»: Εξήντα χρόνια μετά, η εποχή της μόνιμης ανικανοποίησης

Five men in 1960s-style suits stand together on a street, with the word 'Satisfaction' at the top, suggesting a band photo or promo image.

Όταν οι The Rolling Stones κυκλοφόρησαν το (I Can’t Get No) Satisfaction το καλοκαίρι του 1965, δύσκολα θα μπορούσαν να φανταστούν ότι το τραγούδι τους θα εξελισσόταν σε έναν από τους πιο διαχρονικούς ύμνους της σύγχρονης εποχής. Η φράση «I can’t get no satisfaction» γεννήθηκε ως μια διαμαρτυρία απέναντι στον καταναλωτισμό και στις ψεύτικες υποσχέσεις της κοινωνίας. Σήμερα, έξι δεκαετίες αργότερα, ακούγεται πιο επίκαιρη από ποτέ.

Ζούμε σε μια εποχή όπου όλα τρέχουν. Η καθημερινότητα μοιάζει με έναν ατελείωτο αγώνα δρόμου. Βιαζόμαστε να τελειώσουμε τη δουλειά, να απαντήσουμε στα μηνύματα, να προλάβουμε τις υποχρεώσεις, να φτάσουμε στον επόμενο στόχο. Και μόλις φτάσουμε εκεί, σχεδόν αμέσως αναζητούμε τον επόμενο.

«Άντε να τελειώνουμε».
«Άντε να πάμε παρακάτω».
«Άντε να έρθει το Σαββατοκύριακο».
«Άντε να περάσει ο μήνας».
«Άντε να ζήσουμε».

Κάπως έτσι, όμως, η ζωή καταλήγει να γίνεται μια διαρκής αναμονή για κάτι άλλο. Για την επόμενη μέρα, την επόμενη επιτυχία, την επόμενη εμπειρία. Και στο μεταξύ, το παρόν περνάει σχεδόν απαρατήρητο.

Η μεγάλη αντίφαση της εποχής μας είναι ότι διαθέτουμε περισσότερα μέσα, περισσότερες επιλογές και περισσότερες ευκαιρίες από οποιαδήποτε άλλη γενιά πριν από εμάς. Κι όμως, η αίσθηση της ανικανοποίησης παραμένει. Ίσως μάλιστα να έχει γίνει εντονότερη. Τα κοινωνικά δίκτυα μάς υπενθυμίζουν συνεχώς τι κάνουν οι άλλοι, τι πέτυχαν, πού ταξίδεψαν, πόσο ευτυχισμένοι φαίνονται. Η σύγκριση έγινε καθημερινή συνήθεια και η ηρεμία σπάνιο αγαθό.

Κάποτε οι άνθρωποι είχαν περισσότερο χρόνο για το άσκοπο. Για μια κουβέντα χωρίς λόγο. Για ένα βλέμμα από το παράθυρο. Για ένα απόγευμα χωρίς πρόγραμμα. Για μια βόλτα που δεν οδηγούσε πουθενά συγκεκριμένα. Υπήρχε περισσότερος χώρος για αυτό που θα μπορούσαμε να ονομάσουμε «ποιητική ζωή» — όχι απαραίτητα με την έννοια της τέχνης, αλλά της παρατήρησης, της αργής απόλαυσης και της παρουσίας.

Σήμερα ακόμη και η ξεκούραση συχνά αντιμετωπίζεται σαν υποχρέωση. Πρέπει να χαλαρώσουμε γρήγορα, να διασκεδάσουμε αποτελεσματικά, να αξιοποιήσουμε κάθε λεπτό. Ακόμη και οι στιγμές που προορίζονται για ανάπαυση μετατρέπονται σε μια νέα μορφή πίεσης.

Το άγχος έχει γίνει σχεδόν μόνιμος συνοδοιπόρος. Όχι μόνο εξαιτίας των πραγματικών δυσκολιών που αντιμετωπίζουμε, αλλά και επειδή έχουμε μάθει να ζούμε με την αίσθηση ότι πάντα κάτι μας λείπει. Ότι βρισκόμαστε συνεχώς ένα βήμα πίσω από αυτό που θα έπρεπε να είμαστε.

Ίσως γι’ αυτό το «Satisfaction» εξακολουθεί να συγκινεί. Γιατί πίσω από τον ηλεκτρικό ήχο και την επαναστατική του ενέργεια κρύβεται μια αλήθεια βαθιά ανθρώπινη: η δυσκολία να νιώσει κανείς πλήρης. Η αίσθηση ότι αναζητά συνεχώς κάτι που διαρκώς απομακρύνεται.

Η πρόκληση της εποχής μας ίσως δεν είναι να αποκτήσουμε περισσότερα, αλλά να μάθουμε να σταματάμε. Να απολαμβάνουμε χωρίς να βιαζόμαστε. Να ζούμε χωρίς να μετράμε διαρκώς τι ακολουθεί. Να ανακαλύψουμε ξανά τη χαρά των μικρών πραγμάτων που δεν φωτογραφίζονται, δεν αναρτώνται και δεν μετατρέπονται σε επίτευγμα.

Εξήντα χρόνια μετά την κυκλοφορία του «(I Can’t Get No) Satisfaction», η μεγαλύτερη ειρωνεία είναι ότι το τραγούδι δεν περιγράφει απλώς μια ανικανοποίητη γενιά του 1965. Περιγράφει, ίσως καλύτερα από ποτέ, τη δική μας. Μια κοινωνία που τρέχει ασταμάτητα αναζητώντας την ευτυχία και συχνά προσπερνά τη ζωή στην προσπάθειά της να την προλάβει.

Newsletter Popup