Κωνσταντίνος Τζούμας: “Χωρίς να το κάνουμε θέμα” – Ένα αφιέρωμα για τον Τζουμ ντε λα Τζουμ ντε λα Φουέντε που μας λείπει πολύ!

Home » Art & Culture » Κωνσταντίνος Τζούμας: “Χωρίς να το κάνουμε θέμα” – Ένα αφιέρωμα για τον Τζουμ ντε λα Τζουμ ντε λα Φουέντε που μας λείπει πολύ!

Ξέρετε.. Έχω ένα χούι· συνδέω κυκλοφορίες άλμπουμ με χρονικές περιόδους. Μάλλον πρόκειται για ένα είδους “hack” των νευροδιαβιβαστών μου, να τοποθετούν ορόσημα, ώστε  να διευκολύνονται, όταν θέλω να ανακαλέσω ένα συμβάν από την προσωπική, ιστορική μου μνήμη.

Έτσι, όταν λαμβάνουν τον ηχητικό σήμα από το “Κωνσταντίνος Τζούμας”, διανύουν την ακόλουθη πορεία:

– Τελευταίο (“εν ζωή”) άλμπουμ του Cohen, You want it darker. Σαν να λέμε φθινόπωρο του 2016. Λυκαβηττού 17. Δουλεύω ως νέα Δικηγόρος σε μια δικηγορική εταιρεία. Κάθε μέρα φτάνω εκεί γύρω στις 9 παρά.Σαν ραντεβού fix συναντιέμαι κάθε μέρα στην είσοδο της πολυκατοικίας με μια αέρινη, ψιλόλιγνη φιγούρα. Κάθε μέρα απαρεγκλίτως με χαιρετά με αυτό το ξεχωριστό ηχόχρωμα και τη φινετσάτη ευγένεια. Είναι ο Κωνσταντίνος Τζούμας.

Η δική του πορεία; Κατευθύνεται προς Μαρούσι, στο στούντιο του En Lefko 87,7fm. Θα τον περιμένει η Kafka (κατά κόσμον Κατερίνα Καφεντζή) για να ντύσει μουσικά την 16χρονη εκπομπή τους, “Cafe Society”. Ευτυχώς, στα ηχεία του γραφείου παίζανε En Lefko 87,7fm και εγώ συνέχιζα να ακούω 10-12 τον Τζουμ ντε λα Τζουμ ντε λα Φουέντε από εκεί.

Φθινόπωρο 2018. Επισήμως πια, μόνιμη κάτοικος Γκύζη. Προκειμένου να προσανατολιστώ σε αυτό το χωριό που αποκαλούμε Κέντρο, Εξάρχεια (whatever), ως ενδείξεις στην πυξίδα δεν χρησιμοποιώ οδούς ή αριθμούς. Αντί αυτού παρατηρώ τα φυτά που κρέμονται από τα μπαλκόνια, τις tagιές των graffiti writers που κάνουν πολύχρωμες και ενδιαφέρουσες τις επιφάνειες ή πως κατανέμεται η ανθρωπογεωγραφία.
Δύο  έμψυχα τοπόσημα λειτουργούν ως κεφαλαίο “Ν” στην πυξίδα μου, δύο ξωτικά του κέντρου· ο Κωνσταντίνος και η Ζυράννα Ζατέλη. Την τελευταία την πετυχαίνω πάντα να κατηφορίζει τη Βαλτετσίου. Μέσα μου σχηματίζω το υπόλοιπο της διαδρομής της. Ριβιέρα θα πηγαίνει μάλλον, μονολογώ εντός μου. Θα πάει να δει μία από 52 ταινίες που βλέπει κάθε χρόνο.

Τον, δε, Κωνσταντίνο τον πετυχαίνω Σκουφά. Φίλιον, λέω θα πηγαίνει. Αλλά τον πετυχαίνω και στο σταυροδρόμι Ιπποκράτους και Διδότου. Χαιρετά με τον δικό του ξεχωριστό τρόπο τους ένστολους που αράζουν στη γωνία. Ξες, αυτή η υπόνοια πονηράδας στο ηχόχρωμα της φωνής, που σαν γαργαλητό σε κάνει να μειδιάς.

Αίφνης, ένα συναίσθημα ζήλιας με κυριεύει! Ναι, ζήλιας. Τότε, οι συντηρητικές μου καταβολές και ο εσωτερικευμενος πουριτανισμός μου κρατούσαν ακόμα καλά και δεν θα επέτρεπαν πότε να χαιρετήσω, να πειράξω αγόρια/κορίτσια στο δρόμο από φόβο και μόνο, μήπως με πουν “ελαφριά” ή παρεξηγηθώ.

Ο Κωνσταντίνος, όμως, δεν ήταν έτσι. Δεν μετρούσε τα λόγια του, ούτε έπαιρνε και πολύ σοβαρά τον εαυτό του. Πόσο απελευθερωτικό, ε;; Αυτό δεν σημαίνει ότι υπολειπόταν σε σοβαρότητα. Απλά, ήξερε να διαχωρίζει τη σοβαρότητα από τη σοβαροφάνεια. Είναι ίδιον των ανθρώπων με υψηλή αίσθηση του χιούμορ, ένδειξη οξείας ευφυίας.

Σημαντικότερο δε αυτού, είναι ότι δεν τον ενδιέφερε να είναι αρεστός. Δεν τον φόβιζε ο καινοφανής χείμαρρος του cancel culture. Έλεγε αυτό που έλεγε με παρρησία και όποιος  και δεν το έπαιρνε πίσω. Σπάνιο για τις μέρες μας, ε; Σήμερα που όλοι μας αυτο-λογοκρινόμαστε, μήπως χρωματιστούμε από μια μας κουβέντα. Τώρα που όλοι οι εκδοτικοί έχουν προσλάβει ειδικούς να περνάνε τα κείμενα από 2 και 3 χέρια, μήπως βγει κάτι που θα παρανοηθεί και θα βλάψει τη φήμη τους.

Ο Κωνσταντίνος, όταν χρειάστηκε να αναμετρηθεί με αυτό το είδος του “νεο-φασισμού” και της περιστολής της ελευθερίας της έκφρασης, ηθελημένα (;) αθέλητα (;) -το ερωτηματικό μόνο, γιατί δεν ξέρω, αν τον “πολυενδιέφερε και πολύ κιόλας”- στάθηκε στο ύψος που αναλογεί στο μπόι του.

Όπως χαρακτηριστικά σημείωσε και η Kafka “Καθένας κοιμάται με ο,τι έχει κάνει/πει μέσα στη μέρα. Κανένας δεν μένει αλώβητος από το σχολιασμό”.

Ποιο ήταν το τίμημα που κλήθηκε να πληρώσει ο Κωνσταντίνος σε αυτή την περίπτωση; Μα φυσικά, να κανιβαλιστεί από τα αδηφάγα ψευδο-ευαίσθητα media. Λες και δεν ξέρουμε ποιος είναι ο Κωνσταντίνος, αν αγαπά ή όχι τις γυναίκες. Λες και μια click-bait ατάκα είναι αρκετή για να διαγράψει μονοκονδυλιά την πορεία του. Όπως θα έλεγε και ο ίδιος “Όχι, αγάπη μου! Αυτό δεν είναι δυνατόν!”

– 8 Σεπτεμβρίου 2019. Χερόμυλος, Νότια Εύβοια. Στην ετήσια αναμνηστική δόση freecampίλας μας, η Ε. έχει φέρει ως καλούδι το “Complete Unknown” (εκδ. Καστανιώτη, 2008), το 2ο μέρος της αυτοβιογραφικής τριλογίας του, όπου μιλάει για τις ημέρες και τα έργα του στην Νέα Υόρκη γύρω στο 1972. Μεταξύ άλλων στο οπισθόφυλλο του βιβλίου, διαβάζει κανείς: “Μανχάταν. Εδώ όλα φαίνεται να επιτρέπονται εκτός από τη βλακεία, την έλλειψη στυλ ή το να κάνεις κάτι με μισή καρδιά, όπως διάβασα κάπου. . . Εδώ επιβιώνεις χωρίς να το κάνεις θέμα”.
Τρία χρόνια μετά, 27 Ιουνίου 2022, θα θυμόμουν αυτή τη “λεπτομέρεια” και λίγο πριν τη συναυλία των London grammar στην Πλατεία Νερού, θα καλούσα την Ε. να μου το φέρει.

4 Ιουλίου 2022. Είμαι με τη Σ. Ανηφορίζουμε τη Φωκίωνος Νέγρη και στρίβουμε στο  στενό της Τενέδου. Συναντάμε τους συνήθεις υπόπτους, συμφοιτητές δηλαδή από Κομοτηνή, που αν και πια δεν μιλάμε, ξέρει πολύ καλά που θα τους βρει ο ένας τον άλλο. Μπαίνουμε στο -κατάμεστο από νεαρόκοσμο- “Στέλλα”, να δούμε (ακόμα μία φορά) τη “Γλυκιά συμμορία” του Νικολαΐδη. Βλέπεις, συμπληρώνονταν 15 χρόνια από το θάνατο του και είχε οργανωθεί σχετικό αφιέρωμα. Που να’ ξέραν πως λίγες μέρες πριν θα έφευγε και ο Κωνσταντίνος; Τι γλυκιά -μα συνάμα, τραγικά ειρωνική- συγκυρία!?

Την προβολή προλόγισε ο Ίκαρος Μπαμπασάκης, ο οποίος έκανε λόγο για ένα εγκώμιο στον τρυφερό έρωτα και την ηθική της φιλίας, του “πάμε μαζί”, του “μόνοι μας, δεν τη βγάζουμε καθαρή”.

Η προβολή τελειώνει. Φτάνουμε, περπατώντας στο πάρκινγκ της Κάνιγγος. Αφήνω τη Σ. και μένω λίγο στο φανάρι μέχρι να ανάψει πράσινο, χάσκοντας.

Μου έρχονται στο νου οι μορφές του Μόσχου, του Σπυριδάκη, του Τζούμα τόσο σε νεαρή, όσο και σε μεγάλη ηλικία. Θυμάμαι την αδερφή μου να μου μεταφέρει το ultimate coolness του Σπυριδάκη, όταν είχε την τύχη να τον κουράρει στο Ιπποκράτειο.

Ένα ερώτημα ξεπηδά σαν σπίθα από μέσα μου: “Αυτοί οι άνθρωποι φεύγουν στα αλήθεια;”

Πέντε βήματα αργότερα, η απάντηση είχε ήδη δοθεί.

Οι άνθρωποι αυτοί δεν φεύγουν, είναι εδώ, φωτεινοί σηματοδότες, σημαδούρες ενός χρόνου άχρονου, κινούνται εντός μας, μας δονούν, μας συγκινούν. Μια συγκίνηση ως σύμπτωμα – υπενθύμιση “καλά το πας”, δεν έχεις αποξενωθεί εντελώς από την αθωότητα.

13η Ιουλίου 2022. Έμενα ακόμα Λουκάρεως. Θυμάμαι να είμαι στο 021, να επιστρέφω από το γραφείο και στα ακουστικά να έχω τη φωνή και τις μουσικές της Kafka. Ένα γενναιόδωρο τρίωρο αφιέρωμα να συμπυκνωθούν μνήμες και ιστορίες από την κοινή τους πορεία στα ερτζιανά και όχι μόνο.

Θα επρόκειτο για τη μακροβιότερη (επαγγελματικά) σχέση που είχε κάνει. Το 2017, όταν ήρθε η ώρα, η Κατερίνα και το ραδιόφωνο να πάρουν δρόμους χωριστούς, γύρισε και τη ρώτησε:
Τελικά, γιατί νομίζεις ότι κολλήσαμε εμείς οι δυο;”.
Αφοπλιστικά και κοφτά (ως άλλωστε μας συνηθίζει η Kafka “Δεν έχω ιδέα., Εσύ;”
– “Το ίδιο”,
απαντά και αυτός.
“Τότε γιατί με ρώτησες;”
– και της αντιγυρίζει “Έτσι .. για να πούμε κάτι τώρα που “χωριζόμαστε”.
Δύο άνθρωποι που τους άρεσε πολύ η μοναξιά

Υπήρχε, δε, η φήμη ότι όταν δεν άρεσε κάποια μουσική στον Κωνσταντίνο, την έκοβε. Ευτυχώς, η Kafka μας το ξεκαθάρισε. Αν κάτι δεν άρεσε στον Κωνσταντίνο, απλά δεν έπαιζε!!

Μεταξύ των πολλών κρατάω τα εξής·

Τη μία θέλω να την υιοθετήσω και να τη λέω σε όσους ξινίζουν τα μούτρα τους σε μας που επιλέγουμε να μένουμε κέντρο και όχι στα “πράσινα suburbs”. Δεν είναι άλλη από το “Κοίτα χρυσό μου, εσύ αργοπεθαίνεις με τα δέντρα, εγώ δεν μπορώ έτσι”.

Αν και 16 χρόνια καθημερινοί συνοδοιπόροι για τουλάχιστον το δίωρο της εκπομπής, δεν μιλούσαν και πολύ. Ακόμα και όταν έβγαιναν για φαγητό. Αντάλλασσαν, όμως, βιβλία. Όταν η Κατερίνα πηγαινοερχόνταν στην Ατλάντα, μιλούσαν στο τηλέφωνο.
“Τι διαβάζεις τώρα;”
“Τίποτα. Κατερίνα, βαριέμαι.” Ο Κωνσταντίνος πολύ συχνά έλεγε “βαριέμαι”. Όμως, αυτό το “βαριέμαι” δεν έμοιαζε με κανένα από τα άλλα. Ίσως ήταν και τα τελευταία λόγια που αντάλλαξαν.

– 1η Αυγούστου 2022. Μόλις έχω κλείσει τα 30 και οδεύω στα 31. Την προηγουμένη έχω κάνει ένα πάρτυ formidable στην κρυφή μου παραλία. Και ενώ οι λοιποί συνδαιτυμόνες του πάρτυ κοιμούνται ακόμα και το αλκοόλ επιπλέει στις φλέβες μου, επιλέγω να κάνω ένα δώρο στον εαυτό μου· Να φάω ένα δυναμωτικό brunch με αυγά μετά συνοδείας του “Complete Unknown”.

Μέχρι να έρθουν τα αβγά, πιάνω το βιβλίο. Σελ. 151. “… οι αψιδωτές πινακίδες πάνω στον αυτοκινητόδρομο μας καλωσορίζουν στην Boston Massachusetts. Α, τώρα το’ πιασα, το Μπάστον ήταν η Βοστόνη και εγώ ήμουνα εδώ ως άσχετος. Μπήζω τα γέλια…. Ξύπνησα πριν το μεσημέρι αγγελούδι. Πήραμε μπραντς – βγαίνει από το μπρέκφαστ και λαντς, μου εξήγησε η μητέρα της η Μάγκυ, μια σαραντάρα καλλονή που ξεπερνά την κόρη της σε πόδια και στήσιμο, και μ’ όλα τα τα ατού του υπαινιγμού της πείρας και της κοκετταρίας. Δεν ζούσε πια με τον άντρα της και έδειχνε να το διασκεδάζει”.

Κλείνω το βιβλίο. Γελάω – μπορεί και δυνατά. “Κοίτα να δεις! Ο Τζούμας έτρωγε μπραντς στη Βοστώνη από το ‘70! Α ρε Καλλιθεωτάκι!”, αντιγυρίζω στον εαυτό μου.
Αυτο θα πει συγχρονικότητα, αναθεματισμένε Γιουνγκ!

– 3 Μαρτίου 2024. Λίγο μετά τις 17:00 φτάνω στο Match Point. Λίγα λεπτά μετά η Κατερίνα πιάνει το μικρόφωνο. Από που να ξεκινήσεις; Τι να πεις; Τι να πρωτο-χωρέσει κανείς μέσα σε λίγα λεπτά; Μάτια υγραίνονται. Η ατμόσφαιρα είναι φορτισμένη, σχεδόν κατανυκτική. Κανείς μας δεν μπορεί να πιστέψει ότι ο Κωνσταντίνος δεν είναι πια εδώ. Ιδίως από τη στιγμή που τα μεταξωτά του φουλάρια, τα tailor made πουκάμισά του, τα κασμιρένια του παλτό γεμίζουν από άκρη σ’ άκρη όλον τον εκθεσιακό χώρο.
Γιατί ο Κωνσταντίνος, μεταξύ άλλων, έδινε υπόσταση και στη λέξη “δανδής· ένα είδος υπό εξαφάνιση, –αν θέλουμε να δεχτούμε ότι υπάρχουν και κάποιοι άλλοι πέραν του Κωνσταντίνου, δηλαδή.

Ανοίγω το λεξικό: “Ατομο με επιτηδευμένο ντύσιμο και προσποιητούς αριστοκρατικούς τρόπους”. Το κλείνω. Ναι, ο Κωνσταντίνος ήταν ένας άνθρωπος με εξαιρετικό γούστο και στυλ, το οποίο αποτυπωνόταν, πέραν από την κινησιολογία του, και στον τρόπο που ντυνόταν, αλλά ποτέ επιτηδευμένα. Γέννημα θρέμμα Πειραιώτης γαρ, -όπως μας αποκαλύπτεται στο πρώτο του βιβλίο της άτυπης αυτοβιογραφικής τριλογίας του “Ως εκ του θαύματος”-, ήξερε τι πάει να πει αρχοντιά αυθεντική – όχι ψευδεπίγραφη.

Μια βόλτα από την Αινιάνος αρ. 1 και μια ματιά στα προσωπικά αντικείμενα και αξεσουάρ από το βεστιάριο του που εκτίθενται εκεί καθημερινά από τις 5-10 μέχρι και την Παρασκευή 8 Μαρτίου θα σας πείσει.

Ομοίως, στον ίδιο χώρο καθημερινά στις 19.30 θα προβάλεται το ντοκιμαντέρ «Κωνσταντίνος Τζούμας, Ηθοποιός εξ Ιδιοσυγκρασίας» του Δημήτρη Κουτσιαμπασάκου.

[5] photo – βεστιάριο

Αντί “αποφώνησης”, επιλέγω την παρακάτω ατάκα από τη “Γλυκιά Συμμορία” και η οποία ξεπηδιέται αντανακλαστικά από το στόμα μου, κάθε φορά που κάποιος με κουτσομπολίστικη διάθεση με ρωτά τι κάνει ο τάδε και ο δείνα (λες και να μου έχουν πει, εγώ θυμάμαι?!):

YouTube player
Picture of Βίβιαν Μελικόκη

Βίβιαν Μελικόκη

Η Βίβιαν Μελικόκη μένει Γκύζη, σπούδασε Νομικά. Γράφει για ταινίες, λες κι μια εικόνα δεν κάνει για χίλιες λέξεις, ενώ ακούει ραδιόφωνο ακατάπαυστα. Της αρέσει να καταναλώνει Τέχνες, αλλά περισσότερο τα κεφτεδάκια της γιαγιάς της.

Κωνσταντίνος Τζούμας: “Χωρίς να το κάνουμε θέμα” – Ένα αφιέρωμα για τον Τζουμ ντε λα Τζουμ ντε λα Φουέντε που μας λείπει πολύ!

Most Popular

Share on Social Media

Νεότερα Άρθρα
Scroll to Top