Από ένα περιοδικό του 1982 σε κιθάρες που ταξιδεύουν σε όλη την Ευρώπη. Η ιστορία του Βασίλη Βασιλειάδη, του Κοζανίτη οργανοποιού που εδώ και περισσότερες από τέσσερις δεκαετίες δίνει Ο άνθρωπος που έδωσε ήχο στο ξύλο στο ξύλο. Υπάρχουν άνθρωποι που μαθαίνουν μια τέχνη σε σχολές, δίπλα σε δασκάλους ή μέσα από χρόνια μαθητείας. Και υπάρχουν κι εκείνοι που ξεκινούν από μια παιδική περιέργεια, πιάνουν στα χέρια τους ένα κομμάτι ξύλο και αποφασίζουν να δουν μέχρι πού μπορεί να τους οδηγήσει.
Για τον Βασίλη Βασιλειάδη, όλα ξεκίνησαν κάπως έτσι.
Πριν από τις κλασικές κιθάρες, πριν από τα εργαστήρια και τις παραγγελίες από το εξωτερικό, υπήρχαν τόξα, βέλη, παιχνίδια και μικρά μουσικά όργανα. Ένα παιδί στην Κοζάνη που ήθελε να κατασκευάζει πράγματα και έναν πατέρα, μελισσοκόμο στο επάγγελμα, που είχε στο σπίτι τα εργαλεία ενός ξυλουργού. Ήταν αρκετά για να γεννηθεί μια σχέση με το ξύλο που θα κρατούσε μια ολόκληρη ζωή.
Σήμερα, περισσότερα από σαράντα χρόνια μετά, ο Βασίλης Βασιλειάδης θεωρείται ένας από τους σημαντικούς Έλληνες κατασκευαστές κλασικής κιθάρας. Από το εργαστήριό του στην Κοζάνη, κάθε όργανο δημιουργείται στο χέρι, από την πρώτη επεξεργασία του ξύλου μέχρι την τελική ρύθμιση του ήχου. Και το αποτέλεσμα ταξιδεύει πολύ μακρύτερα από τα όρια της πόλης.

Όλα άρχισαν με μια λύρα
Η σχέση του με την οργανοποιία δεν ξεκίνησε από την κιθάρα. Ξεκίνησε από την ανάγκη του να φτιάχνει.
«Από πολύ μικρός είχα μία τάση να κατασκευάζω διάφορα πράγματα», έχει πει ο ίδιος. Τα παιδικά παιχνίδια σύντομα έδωσαν τη θέση τους σε μικρά μουσικά όργανα και, πρώτα απ’ όλα, στις ποντιακές λύρες. Ακολούθησαν ο μπαγλαμάς, ο τζουράς, ο κεμανές, το λαούτο και το μπουζούκι. Υπήρχε όμως μια ιδιαιτερότητα στη δική του προσέγγιση: δεν ήθελε απλώς να κατασκευάζει τα όργανα. Ήθελε να τα γνωρίζει και ως μουσικός.
Έτσι, κάθε καινούργιο όργανο που έβγαινε από τα χέρια του έπρεπε κάποια στιγμή να γίνει και αντικείμενο μελέτης. Να το παίξει, να ακούσει πώς συμπεριφέρεται, να καταλάβει τι λειτουργεί και τι χρειάζεται αλλαγή. Ήταν μια διαδικασία δοκιμής και λάθους που, με τα χρόνια, θα μετατρεπόταν σε εμπειρία.

Το περιοδικό που άλλαξε τα πάντα
Η μεγάλη στροφή ήρθε το 1982. Ο Βασίλης Βασιλειάδης ήταν τότε 25 ετών όταν έπεσε στα χέρια του ένα τεύχος του περιοδικού TaR, που εξέδιδε ο συνθέτης, τραγουδοποιός και κιθαριστής Νότης Μαυρουδής. Στις σελίδες του υπήρχε ένα άρθρο με έναν τίτλο που έμοιαζε περισσότερο με πρόκληση παρά με μάθημα: «Φτιάξ’ την μόνος σου». Το άρθρο περιέγραφε, σε συνέχειες, τα στάδια κατασκευής μιας κλασικής κιθάρας. Και ο Βασιλειάδης αποφάσισε να το επιχειρήσει.
Έτσι γεννήθηκε η πρώτη του κιθάρα.
Δεν υπήρχε ακόμη η σημερινή τεχνογνωσία, ούτε η εμπειρία δεκαετιών. Υπήρχε όμως η διάθεση να μάθει και να δοκιμάσει. Η πρώτη κατασκευή δεν ήταν το τέλος ενός πειράματος. Ήταν η αρχή μιας διαδρομής που συνεχίζεται μέχρι σήμερα.
Παράλληλα με την εργασία του στη ΔΕΗ, συνέχισε να κατασκευάζει κλασικές κιθάρες. Τα πρώτα χρόνια, οι φίλοι του κιθαριστές έγιναν κατά κάποιον τρόπο οι «δοκιμαστές» του.
Έπαιζαν τα καινούργια όργανα, άκουγαν τον ήχο τους, σχολίαζαν, εντόπιζαν αδυναμίες. Και εκείνος επέστρεφε στο εργαστήριο για να αλλάξει, να διορθώσει, να ξαναδοκιμάσει. «Ερχόταν εδώ και άρχιζαν να παίζουν, να δοκιμάζουν, να τεστάρουν και τελικά να αποφασίζουμε να αλλάξω κάποια πράγματα», θυμάται.
Σήμερα, στα 70 του, δεν χρειάζεται πια την ίδια διαδικασία. Οι δεκαετίες δουλειάς του έχουν δώσει κάτι που δεν περιγράφεται εύκολα σε ένα εγχειρίδιο: το ένστικτο του τεχνίτη.
Όταν η κιθάρα γίνεται φυσική
Η κατασκευή μιας χειροποίητης κιθάρας δεν είναι απλώς υπόθεση καλού ξύλου και επιδέξιων χεριών. Είναι και μια άσκηση ακουστικής. Οι σπουδές του ως μηχανικού αυτοματισμού τού έδωσαν ένα διαφορετικό βλέμμα πάνω στο όργανο. Ο Βασιλειάδης μελέτησε τη συμπεριφορά των υλικών και προσπάθησε να καταλάβει τι ακριβώς συμβαίνει τη στιγμή που μια χορδή πάλλεται. Χορδές, καπάκι, πλάτη και ο αέρας στο εσωτερικό της κιθάρας λειτουργούν σαν ένα ενιαίο σύστημα. Όλα πρέπει να συνεργάζονται στις σωστές συχνότητες.
Με άλλα λόγια, πίσω από έναν όμορφο ήχο κρύβεται αρκετή φυσική. Η φιλοσοφία του έχει επηρεαστεί και από τον σπουδαίο Ισπανό κατασκευαστή κιθάρων Ιγκνάσιο Φλέτα. Ένα από τα στοιχεία που τον ενδιαφέρουν είναι ο τρόπος με τον οποίο συντονίζονται τα διαφορετικά μέρη του οργάνου, ώστε η ενέργεια των χορδών να αξιοποιείται όσο το δυνατόν αποτελεσματικότερα.
Κάθε λεπτομέρεια έχει σημασία. Το ξύλο, το πάχος, η καμπυλότητα, η συναρμογή, ο τρόπος με τον οποίο «αναπνέει» το σώμα της κιθάρας. Και κάθε κιθάρα χρειάζεται χρόνο.
Ενάμισης μήνας για ένα όργανο
Για να ολοκληρωθεί μια κιθάρα απαιτείται περίπου ενάμισης μήνας εργασίας. Όχι επειδή ο κατασκευαστής δουλεύει αδιάκοπα πάνω στο ίδιο όργανο, αλλά επειδή ανάμεσα στα διαφορετικά στάδια υπάρχουν χρόνοι αναμονής και διαδικασίες που δεν μπορούν να επισπευσθούν.Έτσι, στο εργαστήριο μπορεί να βρίσκονται ταυτόχρονα έως και τρεις κιθάρες σε διαφορετικά στάδια κατασκευής.
Καμία όμως δεν είναι ίδια με την προηγούμενη
Οι χειροποίητες κιθάρες προσαρμόζονται στις ανάγκες του μουσικού που θα τις αποκτήσει. Ο στόχος δεν είναι απλώς ένα καλαίσθητο όργανο, αλλά ένα όργανο που θα ανταποκρίνεται στον τρόπο με τον οποίο παίζει ο συγκεκριμένος κιθαριστής.
Αυτή η προσέγγιση ήταν που άνοιξε σταδιακά τον δρόμο και προς το εξωτερικό.
Σήμερα, οι κιθάρες του Βασιλειάδη βρίσκονται στα χέρια μουσικών σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες, ενώ ο ίδιος έχει συνεργαστεί με τέσσερις σημαντικούς οίκους κλασικής κιθάρας στη Σλοβενία, τη Γερμανία, τη Γαλλία και την Πολωνία.
Η διαδρομή που ξεκίνησε από ένα περιοδικό στην Ελλάδα του 1982 έχει πλέον αποκτήσει διεθνή προορισμό.
Το εργαστήριο και οι μικροί του «μαθητές»
Κι όμως, παρά τις συνεργασίες, τις παραγγελίες και την αναγνώριση, ίσως οι πιο ξεχωριστές στιγμές για τον ίδιο να μην έχουν να κάνουν καθόλου με την επαγγελματική επιτυχία.
Έρχονται όταν ανοίγει η πόρτα του εργαστηρίου και μπαίνουν τα έξι εγγόνια του. Τα καλοκαίρια, τα παιδιά αφήνουν τη μεγαλούπολη όπου ζουν και επιστρέφουν στην Κοζάνη. Και τότε το εργαστήριο αλλάζει χαρακτήρα.
«Κάνουν κατάληψη στο εργαστήριο», λέει χαρακτηριστικά. Η ιστορία, κατά κάποιον τρόπο, επαναλαμβάνεται. Το μεγαλύτερο εγγόνι του κατασκεύασε μαζί του πέρυσι έναν μπαγλαμά. Φέτος, η σειρά είναι για μια βαλλίστρα και ένα τόξο. Ίσως γιατί κάπως έτσι ξεκινούν όλα. Με ένα παιδί που θέλει να φτιάξει κάτι με τα χέρια του. Με ένα κομμάτι ξύλο. Με λίγη περιέργεια και πολλή υπομονή.
Ο Βασίλης Βασιλειάδης ξεκίνησε κάποτε φτιάχνοντας παιχνίδια και μικρά όργανα. Ένα περιοδικό τού έδειξε τον δρόμο για την πρώτη του κιθάρα. Και από τότε χρειάστηκαν περισσότερες από τέσσερις δεκαετίες για να μετατρέψει αυτή την παιδική περιέργεια σε τέχνη.
Σήμερα, κάθε φορά που μια από τις κιθάρες του ακούγεται κάπου στην Ευρώπη, ένα κομμάτι από εκείνη την πρώτη προσπάθεια του 1982 εξακολουθεί να ταξιδεύει μαζί της.
