Art & Culture

Ο Δράκος στην Αθήνα του ’50

Ο Δράκος του Νίκου Κούνδουρου
Ο Δράκος του Νίκου Κούνδουρου

Εβδομήντα χρόνια μετά την πρώτη του προβολή, ο «Δράκος» του Νίκου Κούνδουρου παραμένει ένα από τα κορυφαία έργα στην ιστορία του ελληνικού κινηματογράφου.

Η ταινία αφηγείται την ιστορία ενός ασήμαντου και μοναχικού τραπεζικού υπαλλήλου, ο οποίος, εξαιτίας της εκπληκτικής ομοιότητάς του με έναν διαβόητο κακοποιό που οι εφημερίδες αποκαλούν «Ο Δράκος», καταδιώκεται από την αστυνομία. Στην προσπάθειά του να διαφύγει, βρίσκει καταφύγιο σε ένα καμπαρέ, ξεφεύγοντας ταυτόχρονα από τη γκρίζα και μίζερη καθημερινότητά του.

Το πολυεπίπεδο σενάριο του Ιάκωβου Καμπανέλλη διαχειρίζεται ποικίλα κοινωνικά και υπαρξιακά ζητήματα με σχεδόν αριστοτεχνικό τρόπο, ενώ η πρωτοποριακή σκηνοθετική ματιά του Κούνδουρου διαμόρφωσε ένα έργο που επηρέασε καθοριστικά τον ελληνικό κινηματογράφο. Η μουσική του Μάνου Χατζιδάκι και η λιτή, εσωτερική ερμηνεία του Ντίνου Ηλιόπουλου εναρμονίζονται απόλυτα με το ύφος και το πνεύμα της ταινίας.

Παρά την εμπορική αποτυχία της κατά την πρώτη προβολή, η ταινία αναγνωρίζεται σήμερα ως μία από τις σημαντικότερες στην ιστορία του ελληνικού σινεμά. Συνδυάζει επιρροές από τον ιταλικό νεορεαλισμό, τον γερμανικό εξπρεσιονισμό και το φιλμ νουάρ, αποτυπώνοντας την ασφυκτική κοινωνική ατμόσφαιρα της μεταπολεμικής Ελλάδας, όπου το έγκλημα και η φτώχεια κυριαρχούν.

Στις δύο ψηφοφορίες της Πανελλήνια Ένωση Κριτικών Κινηματογράφου για τις δέκα καλύτερες ελληνικές ταινίες, ο «Δράκος», μαζί με την Ευδοκία και τον Ο Θίασος, συγκροτούν την κορυφαία τριάδα του ελληνικού κινηματογράφου. Η ταινία διδάσκεται σε σχολές κινηματογράφου διεθνώς.

Βραβεύτηκε το 1960 στην 1η Εβδομάδα Ελληνικού Κινηματογράφου του Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης ως μία από τις καλύτερες ελληνικές ταινίες της περιόδου 1955–1959, ενώ έλαβε ειδική μνεία στο Φεστιβάλ Βενετίας. Στην Ελλάδα προβλήθηκε για πρώτη φορά στις 5 Μαρτίου 1956.

Ο Νίκος Κούνδουρος

Ο Νίκος Κούνδουρος, κρητικής καταγωγής, γεννήθηκε στην Αθήνα το 1926. Σπούδασε ζωγραφική και γλυπτική στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών, από την οποία αποφοίτησε το 1948. Κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου εντάχθηκε στο ΕΑΜ-ΕΛΑΣ και, μετά τον πόλεμο, εξορίστηκε στη Μακρόνησο.

Σε ηλικία 28 ετών αποφάσισε να στραφεί στον κινηματογράφο. Το σκηνοθετικό του ντεμπούτο πραγματοποιήθηκε με τη Μαγική Πόλη (1954), όπου συνδύασε τις επιρροές του νεορεαλισμού με την εικαστική του παιδεία.

Με τον «Δράκο» (1956) καθιερώθηκε οριστικά. Ακολούθησαν οι ταινίες Οι Παράνομοι (1958), Το Ποτάμι (1959), Μικρές Αφροδίτες (1963), Το Πρόσωπο της Μέδουσας (1967), Τα Τραγούδια της Φωτιάς (1974) και 1922 (1978).

Εκπροσώπησε επανειλημμένα τον ελληνικό κινηματογράφο σε διεθνή φεστιβάλ, όπως στο Φεστιβάλ Βενετίας (1953, 1956) και στο Φεστιβάλ Βερολίνου (1958, 1963, 1967).

Τιμήθηκε με το Πρώτο Βραβείο Σκηνοθεσίας στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης και στο Φεστιβάλ Βερολίνου το 1963 για τις «Μικρές Αφροδίτες», καθώς και για «Το Ποτάμι» στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης το 1959. Οι «Μικρές Αφροδίτες» απέσπασαν και το Βραβείο της Διεθνούς Ένωσης Κριτικών Κινηματογράφου (FIPRESCI).

Κόπιες πολλών έργων του φυλάσσονται στο Ευρωπαϊκό Μουσείο Κινηματογράφου, στη Γαλλική Ταινιοθήκη και στο Μητροπολιτικό Μουσείο Τέχνης της Νέας Υόρκης, επιβεβαιώνοντας τη διαχρονική και διεθνή απήχηση του έργου του.

Διαβάστε ακόμα: Εξήντα χρόνια πριν: Ο Τζον Λένον δηλώνει ότι οι Beatles «είναι πιο δημοφιλείς από τον Χριστό»

Newsletter Popup