Κάποτε, σε μια πόλη γεμάτη φώτα, κάμερες και ανθρώπους που χαμογελούσαν λίγο πιο πολύ απ’ όσο ένιωθαν, υπήρχε ένας άντρας που έμοιαζε να ανήκει σε άλλη εποχή. Περπατούσε αργά, φορούσε πάντα τέλεια κοστούμια και είχε εκείνο το χαμόγελο που έκανε το Χόλιγουντ να θυμίζει ξανά παλιό κινηματογράφο. Το όνομά του ήταν Τζορτζ Κλούνεϊ.
Δεν γεννήθηκε όμως στα κόκκινα χαλιά. Γεννήθηκε το 1961, στο Κεντάκι, σε μια οικογένεια που ήξερε τι σημαίνει δημοσιότητα αλλά όχι απαραίτητα δόξα. Ο πατέρας του μιλούσε στις ειδήσεις με τη σιγουριά ανθρώπου που ξέρει να κοιτάζει την κάμερα, ενώ η θεία του, η διάσημη Ρόζμαρι Κλούνεϊ, τραγουδούσε σε κόσμους πολύ πιο λαμπερούς από εκείνον που ζούσε ο μικρός Τζορτζ.
Κι όμως, όταν αποφάσισε να γίνει ηθοποιός, το Χόλιγουντ δεν τον περίμενε με ανοιχτές αγκάλες. Για χρόνια περιπλανιόταν από οντισιόν σε οντισιόν, παίζοντας σε σειρές που κόβονταν γρήγορα και σε ρόλους που κανείς δεν θυμάται πια. Ήταν ήδη 33 όταν η ζωή αποφάσισε επιτέλους να του ανοίξει την πόρτα. Ένας παιδίατρος με κουρασμένα μάτια και αφοπλιστική γοητεία, ο Νταγκ Ρος στη σειρά «Στην Εντατική», έκανε εκατομμύρια ανθρώπους να σταματήσουν το ζάπινγκ και να πουν: «Ποιος είναι αυτός;»
Από εκείνο το σημείο και μετά, όλα έμοιαζαν κινηματογραφικά. Ο Τζορτζ πέρασε στη μεγάλη οθόνη με τη σιγουριά ανθρώπου που είχε περιμένει αρκετά για τη στιγμή του. Έγινε σταρ, αλλά ποτέ δεν αρκέστηκε μόνο σε αυτό. Ήθελε να σκηνοθετεί, να παράγει, να μιλά για πολιτική, να σώζει το Νταρφούρ τη μία μέρα και να διαφημίζει espresso την επόμενη. Κάποιοι έλεγαν πως ήταν υπερβολικά προσεκτικός με την εικόνα του λες και κάθε δημόσια εμφάνιση ήταν μέρος ενός τέλεια σκηνοθετημένου έργου. Ίσως να είχαν δίκιο. Ο Κλούνεϊ δεν άφηνε ποτέ τίποτα στην τύχη.
Βέβαια, ούτε εκείνος γλίτωσε τις αποτυχίες. Υπήρξε ένας Batman που ακόμα στοιχειώνει την καριέρα του μια υπενθύμιση ότι ακόμα και οι πιο γοητευτικοί άντρες του κόσμου μπορούν να φορέσουν λάθος στολή τη λάθος στιγμή. Για λίγο φοβήθηκε πως όλα θα τελείωναν εκεί. Αλλά οι πραγματικοί σταρ ξέρουν να επιβιώνουν.
Κι ύστερα υπήρχε η εργενική του μυθολογία. Για χρόνια ο Τζορτζ Κλούνεϊ ήταν ο άντρας που δεν θα παντρευόταν ποτέ ξανά. Το είχε υποσχεθεί στον εαυτό του μετά τον πρώτο του γάμο και το επαναλάμβανε παντού, σχεδόν σαν όρκο. Οι φίλες του στοιχημάτιζαν ότι κάποια μέρα θα άλλαζε γνώμη. Εκείνος γελούσε, άναβε ένα ακόμα πούρο και συνέχιζε να ζει σαν τον τελευταίο εργένη του Χόλιγουντ.
Μέχρι που ένα βράδυ στην Ιταλία γνώρισε την Αμάλ. Και τότε, ξαφνικά, η ιστορία άλλαξε είδος.
Η γυναίκα που δεν τον εντυπωσίασε επειδή ήταν όμορφη — αυτό το είχε ξαναδεί άπειρες φορές — αλλά επειδή μπορούσε να σταθεί απέναντί του χωρίς να θαμπωθεί από τον μύθο του. Δικηγόρος ανθρωπίνων δικαιωμάτων, έξυπνη, κομψή και αφοπλιστικά ψύχραιμη, η Αμάλ έκανε τον πιο διάσημο εργένη του κόσμου να πιστέψει ξανά στην οικογένεια.
Παντρεύτηκαν στη Βενετία, σαν να γύριζαν σκηνή από παλιά ιταλική ταινία. Λίγα χρόνια αργότερα ήρθαν τα δίδυμα παιδιά τους και ο Τζορτζ Κλούνεϊ, ο άνθρωπος που κάποτε φοβόταν τη μονιμότητα, άρχισε να μιλά για τη χαρά του να φτιάχνει πρωινό στο σπίτι.
Σήμερα περνά περισσότερο χρόνο δίπλα στη λίμνη Κόμο και στη Γαλλία παρά στα στούντιο του Λος Άντζελες. Ίσως γιατί κατάλαβε κάτι που αργούν να μάθουν οι περισσότεροι σταρ: ότι η πραγματική πολυτέλεια δεν είναι η δόξα αλλά η ησυχία.
Και κάπως έτσι, ο τελευταίος κλασικός σταρ του Χόλιγουντ συνεχίζει να μεγαλώνει. Όχι απλώς όμορφα. Αλλά σχεδόν κινηματογραφικά.
