Η Κλέλια Ανδριολάτου αφήνει πίσω της το γνώριμο τοπίο της ελληνικής τηλεόρασης και του κινηματογράφου και κάνει ένα βήμα προς τα έξω — προς έναν κόσμο πιο απαιτητικό, πιο αχαρτογράφητο.
Στη νέα διεθνή παραγωγή «BELLS», μια ταινία με σαφή φεστιβαλικό προσανατολισμό και βλέμμα στραμμένο πέρα από σύνορα και βεβαιότητες, ενσαρκώνει τη Δάφνη: μια γυναίκα ψυχρή, φιλόδοξη, αινιγματική, που κινείται με ακρίβεια μέσα στον αδυσώπητο κόσμο της σύγχρονης τέχνης.
Ο ρόλος είναι εξ ολοκλήρου αγγλόφωνος. Και μόνο αυτό αρκεί για να σηματοδοτήσει μια μετάβαση. Μακριά από την εικόνα της ρομαντικής, εύθραυστης ηρωίδας που τη συνόδευσε στα πρώτα της βήματα, η Ανδριολάτου δοκιμάζει τις αντοχές της σε ένα περιβάλλον όπου η γλώσσα δεν λειτουργεί ως καταφύγιο, αλλά ως πρόκληση· όπου ο ρυθμός και οι πολιτισμικές αναφορές δεν είναι αυτονόητες, αλλά κερδίζονται.
Την ολοκλήρωση των γυρισμάτων ανακοίνωσε η ίδια μέσα από τα κοινωνικά δίκτυα, μιλώντας για μια δουλειά «που ονειρευόμαστε να ταξιδέψει σε όλο τον κόσμο». Υπάρχει στη διατύπωσή της κάτι από πίστη και κάτι από προσωπική κατάθεση — σαν να περιγράφει όχι απλώς μια ταινία, αλλά ένα άνοιγμα φτερών.
Δίπλα της, η Στεφανία Γουλιώτη υποδύεται την Ελένη, μια γυναίκα «ήσυχα τσακισμένη», όπως την περιγράφει ο σκηνοθέτης· έναν χαρακτήρα εύθραυστο, που ισορροπεί ανάμεσα στην παραίτηση και στην αφύπνιση. Η Θέμις Μπαζάκα επιστρέφει στη μεγάλη οθόνη σε έναν από τους σημαντικότερους ρόλους της τελευταίας δεκαετίας, ενώ το καστ συμπληρώνεται από τους Πυγμαλίων Δαδακαρίδης, Γιώργος Γάλλος, Μάκης Παπαδημητρίου, Πάνος Βλάχος, Θανάσης Κουρλαμπάς και τη Ναταλία Σουίφτ.





Στο κέντρο της αφήγησης, ένας χειμώνας στην Αθήνα. Μια πόλη γυρισμένη σε αναλογικό φιλμ 16mm, με τη σκόνη, τις σκιές και τις σιωπές της να αποκτούν υλικότητα. Η ιστορία ακολουθεί την Ελένη, νυχτερινή φύλακα που απειλείται με απώλεια του σπιτιού της, και τον Τζον, έναν Αμερικανό αρχιτέκτονα — τον οποίο υποδύεται ο ίδιος ο σκηνοθέτης, Adam Christian Clark — αρραβωνιασμένο με τη Δάφνη. Μια επίσκεψη γίνεται αφορμή για μια μυστική σχέση. Όχι ρομαντική με τη συμβατική έννοια, αλλά μοιραία. Γιατί εδώ ο έρωτας δεν υπόσχεται διαφυγή· υπενθυμίζει το κόστος της επιθυμίας.
Τα γυρίσματα πραγματοποιήθηκαν αποκλειστικά στο κέντρο της Αθήνα — στην Ομόνοια, τη Βικτώρια και το Μεταξουργείο. Γειτονιές που σπάνια κινηματογραφούνται χωρίς εξωραϊσμό. Ο Clark, με ρίζες από το Ηράκλειο και την Κωνσταντινούπολη, επιλέγει να αφηγηθεί μια άλλη Αθήνα: όχι καρτ-ποστάλ, αλλά ζωντανή, αντιφατική, ανθρώπινη.
Με διευθυντή φωτογραφίας τον Χρήστο Βουδούρη — γνωστό από τις «Άλπεις» του Γιώργος Λάνθιμος και το «Before Midnight» του Richard Linklater — η ταινία επιδιώκει μια εικόνα λιγότερο στιλιζαρισμένη, πιο κοντά στην ανάσα των ηρώων της. Το φιλμ, όπως λέει ο σκηνοθέτης, προσθέτει «ένα ακόμη επίπεδο αλήθειας».
Το «BELLS» φιλοδοξεί να σταθεί ως γέφυρα: ανάμεσα στο αμερικανικό ανεξάρτητο σινεμά και τη σύγχρονη ελληνική εμπειρία, ανάμεσα στη μνήμη και την επιθυμία, ανάμεσα σε δύο γλώσσες που συνυπάρχουν αλλά δεν ταυτίζονται. Με ορίζοντα πρεμιέρας σε μεγάλο διεθνές φεστιβάλ το 2027, η ταινία μοιάζει ήδη με μια υπόσχεση — όχι απαραίτητα λύτρωσης, αλλά κίνησης. Και η Ανδριολάτου, στο κέντρο αυτής της κίνησης, δείχνει έτοιμη να την ακολουθήσει όπου κι αν την οδηγήσει.
Διαβάστε ακόμα: Γιατί η Βρετανία ζητάει την παραμονή της Palestine Action στη λίστα τρομοκρατικών οργανώσεων;
