Cinema

H μεγάλη προφητεία του Τσάρλι Τσάπλιν

Ο Τσάρλι Τσάπλιν στον Μεγάλο Δικτάτορα
Ο Τσάρλι Τσάπλιν στον Μεγάλο Δικτάτορα

Σαν σήμερα, στις 15 Οκτωβρίου του 1940, έκανε πρεμιέρα στους κινηματογράφους των Ηνωμένων Πολιτειών το αριστούργημα του Τσάρλι Τσάπλιν, «Ο Μεγάλος Δικτάτωρ». Πρόκειται για την πρώτη αμιγώς ομιλούσα ταινία του μεγάλου κωμικού, η οποία σηματοδότησε μια κομβική στιγμή τόσο στην ιστορία της 7ης Τέχνης όσο και στην παγκόσμια πολιτική συνείδηση. Ειδικότερα, η ταινία τόλμησε να σατιρίσει ανοιχτά τον Αδόλφο Χίτλερ, τον φασισμό, τον ρατσισμό και τον αντισημιτισμό, σε μια εποχή που η ναζιστική Γερμανία βρισκόταν στο απόγειο της δύναμής της.

Ο Τσάρλι Τσάπλιν ως οικουμενικός ήρωας

Ο Τσάρλι Τσάπλιν, ή αλλιώς ο Σαρλό (The Tramp), ήταν ήδη μια οικουμενική φιγούρα, η δημοτικότητα της οποίας ξεπερνούσε κάθε σύνορο. Αυτός ο μικρόσωμος, αξιολάτρευτος αλητάκος με το χαρακτηριστικό μουστάκι, το μπαστούνι και τα φαρδιά παντελόνια, κατάφερε μέσω της παντομίμας να εκφράσει τις χαρές και τις λύπες των απλών ανθρώπων. Συνεπώς, η τέχνη του αποτελούσε μια παγκόσμια γλώσσα, κατανοητή από όλες τις κοινωνικές τάξεις.

Εντούτοις, όταν ο Τσάπλιν αποφάσισε να εγκαταλείψει τον βωβό κινηματογράφο για να γυρίσει τον «Μεγάλο Δικτάτορα», έλαβε μια βαθιά πολιτική και προσωπική απόφαση. Συγκεκριμένα, η ομοιότητα της κινηματογραφικής του περσόνας με τον Χίτλερ ήταν αδύνατο να αγνοηθεί, ενώ οι ναζιστικές δυνάμεις είχαν ήδη προσπαθήσει να τον δυσφημίσουν χαρακτηρίζοντάς τον «αηδιαστικό Εβραίο ακροβάτη». Μάλιστα, ο ίδιος ο Τσάπλιν δεν ήταν Εβραίος, όμως αρνήθηκε να διαψεύσει δημοσίως τις κατηγορίες, επιλέγοντας να δείξει την αλληλεγγύη του προς τους διωκόμενους.

Η τόλμη του «Μεγάλου Δικτάτορα»

Η ταινία ξεκίνησε να γυρίζεται το 1937 και ολοκληρώθηκε το 1940, όταν ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος είχε ήδη ξεσπάσει στην Ευρώπη. Παρά τις πιέσεις από διπλωμάτες και επιχειρηματίες του Χόλιγουντ, οι οποίοι φοβούνταν αντίποινα από τη Γερμανία, ο Τσάπλιν συνέχισε. Όπως φημολογείται, μάλιστα, ο Πρόεδρος των ΗΠΑ Φράνκλιν Ρούζβελτ τον ενθάρρυνε να ολοκληρώσει το έργο.

Στην ταινία, ο Τσάπλιν αναλαμβάνει διπλό ρόλο: αφενός του Αντενόιντ Χίνκελ (μια σαφής παρωδία του Χίτλερ), του αδίστακτου δικτάτορα της Τομανίας, και αφετέρου ενός διωκόμενου Εβραίου κουρέα. Με αυτόν τον τρόπο, ο δημιουργός αντιπαραθέτει την παρανοϊκή, μεγαλομανή εξουσία με την αθώα, καταπιεσμένη ανθρωπιά.

Η σάτιρα που χρησιμοποίησε ήταν καυστική και προφητική. Για παράδειγμα, η σκηνή του Χίνκελ να χορεύει με την υδρόγειο σφαίρα σαν να ήταν παιχνίδι είναι ένα διαχρονικό σχόλιο για τη ναρκισσιστική τρέλα της εξουσίας. Επιπλέον, τα ονόματα των χαρακτήρων («Γκάρμπιτς» για τον Γκέμπελς και «Χέρινγκ» για τον Γκέρινγκ) ενισχύουν το σατιρικό βάθος της ταινίας, ενώ ο δικτάτορας της «Βακτηρίας», Μπενζίνο Ναπολίνι, αποτελεί την παρωδία του Μπενίτο Μουσολίνι.

Η έκκληση για ανθρωπιά

Πάντως, το πιο συγκλονιστικό και διαχρονικό μέρος του έργου είναι ο τελικός μονόλογος. Στην κορύφωση της ταινίας, ο Εβραίος κουρέας, που έχει μπερδευτεί με τον δικτάτορα, απευθύνει μια σπαρακτική έκκληση στην ανθρωπότητα. Με σπασμένη, αλλά δυνατή φωνή, ο Τσάπλιν παραδίδει ένα μήνυμα ελπίδας και αλληλεγγύης.

Ο λόγος αυτός είναι ένα πραγματικό μανιφέστο κατά της τυραννίας και της μισαλλοδοξίας. «Λυπάμαι, αλλά δε θέλω να γίνω αυτοκράτορας. Δεν είναι αυτή η δουλειά μου», ακούγεται να λέει ο κουρέας, καλώντας τους ανθρώπους να μην απελπίζονται. Συνάμα, υπογραμμίζει ότι «το μίσος των ανθρώπων θα περάσει και οι δικτάτορες θα πεθάνουν και η δύναμη που πήραν από το λαό θα επιστρέψει πίσω στο λαό».

Ο «Μεγάλος Δικτάτωρ» υπήρξε, λοιπόν, μια πράξη αντίστασης. Παρά το γεγονός ότι ο ίδιος ο Τσάπλιν δήλωσε αργότερα πως αν γνώριζε το πραγματικό εύρος της ναζιστικής θηριωδίας δεν θα μπορούσε να αστειευτεί, η ταινία του πέτυχε κάτι μοναδικό: χρησιμοποίησε την κωμωδία για να πει τα πιο σοβαρά πράγματα, αφυπνίζοντας τη συνείδηση του κοινού σε μια κρίσιμη ιστορική καμπή. Έκτοτε, το έργο παραμένει ένα διαχρονικό σύμβολο του αγώνα κατά του φασισμού.

Διαβάστε ακόμα: Τα 44 επαγγέλματα που απειλούνται από την Τεχνητή Νοημοσύνη

Newsletter Popup