Ενώ ο κόσμος παρακολουθεί με κομμένη την ανάσα τις εξελίξεις στη Μέση Ανατολή και το συνεχιζόμενο δράμα στην Ουκρανία, μια άλλη εξαιρετικά επικίνδυνη εστία κινδύνου φουντώνει στα σύνορα Αφγανιστάν και Πακιστάν. Πιο συγκεκριμένα, η κλιμάκωση της έντασης μεταξύ των δύο γειτόνων, η οποία περιλαμβάνει πλέον και αεροπορικές επιδρομές, απειλεί τη σταθερότητα μιας πυρηνικής δύναμης και την περιφερειακή ευημερία. Ως εκ τούτου, η σύγκρουση αυτή αναδεικνύεται σε μία από τις σημαντικότερες γεωπολιτικές προκλήσεις μετά τις δύο προαναφερθείσες κρίσεις.
Η επιστροφή της εσωτερικής ασφάλειας
Αρχικά, το Πακιστάν ήλπιζε ότι η ανάληψη της εξουσίας από τους Ταλιμπάν στην Καμπούλ το 2021 θα εξασφάλιζε τη δυτική του πλευρά. Παρά τις προσδοκίες, η κατάσταση εξελίχθηκε αντίστροφα, καθώς το Ισλαμαμπάντ βλέπει πλέον μια αναζωπύρωση των επιθέσεων από μαχητές που υποστηρίζονται, όπως ισχυρίζεται, από το αφγανικό έδαφος. Ειδικότερα, η οργάνωση Tehreek-e-Taliban Pakistan (TTP), οι Πακιστανοί Ταλιμπάν, επανασυντάχθηκε μετά τη νίκη των αδελφών τους στην Καμπούλ. Αποτέλεσμα αυτής της αναζωπύρωσης είναι η επιστροφή της βίας σε επίπεδα που είχαν να παρατηρηθούν από το 2015.
Συγκεκριμένα, το Ισλαμαμπάντ κατηγορεί τη διοίκηση των Ταλιμπάν ότι παρέχει καταφύγια στους μαχητές της TTP. Ωστόσο, η Καμπούλ αρνείται κατηγορηματικά αυτές τις κατηγορίες, επιμένοντας ότι το πρόβλημα της TTP είναι «εσωτερική υπόθεση του Πακιστάν». Παρ’ όλα αυτά, σύμφωνα με έκθεση του ΟΗΕ, η TTP απολαμβάνει «υλικοτεχνική και επιχειρησιακή υποστήριξη» από τις αρχές των Ταλιμπάν. Επομένως, η αδυναμία της αφγανικής διοίκησης να αναλάβει συγκεκριμένη δράση κατά της TTP έχει επιδεινώσει σημαντικά τις διμερείς σχέσεις.
Η κλιμάκωση και ο κίνδυνος της εξάπλωσης
Η ένταση αυτή κορυφώθηκε με πρόσφατες αιματηρές συγκρούσεις κατά μήκος της αμφισβητούμενης Γραμμής Ντούραντ, στα σύνορα των 2.600 χιλιομέτρων. Επιπλέον, το Πακιστάν πραγματοποίησε, αν και ανεπίσημα, αεροπορικές επιδρομές στην Καμπούλ και σε αγορά στο ανατολικό Αφγανιστάν. Κατόπιν αυτών των επιθέσεων, οι δυνάμεις των Ταλιμπάν απάντησαν με σφοδρή επίθεση σε πακιστανικά συνοριακά φυλάκια. Συνεπώς, δεκάδες στρατιώτες έχουν χάσει τη ζωή τους και από τις δύο πλευρές, με τις δύο πρωτεύουσες να αλληλοκατηγορούνται για την κλιμάκωση.
Μάλιστα, ως αποτέλεσμα της σύγκρουσης, το Πακιστάν έκλεισε τα κύρια συνοριακά περάσματα, μεταξύ των οποίων το Τόρχαμ και το Τσαμάν. Αυτό έχει άμεσες επιπτώσεις στο εμπόριο και στην ανθρωπιστική βοήθεια. Παράλληλα, ο υπουργός Εξωτερικών των Ταλιμπάν, Αμίρ Χαν Μουτακί, προειδοποίησε ότι το Αφγανιστάν διατηρεί «και άλλες επιλογές» αν οι ειρηνευτικές προσπάθειες αποτύχουν. Τέλος, το κλείσιμο των συνόρων και οι απειλές εκατέρωθεν σηματοδοτούν μια επικίνδυνη ολίσθηση προς μια ανοιχτή σύγκρουση.
Ο πυρηνικός παράγοντας
Ο κίνδυνος που ελλοχεύει σε αυτή τη σύγκρουση είναι διπλός και ιδιαίτερα σοβαρός. Αφενός, πρόκειται για την αστάθεια στο εσωτερικό του Πακιστάν, μιας χώρας που διαθέτει πυρηνικά όπλα. Οποιαδήποτε περαιτέρω ενίσχυση της TTP ή εμβάθυνση της αστάθειας θα μπορούσε να θέσει σε κίνδυνο την ασφάλεια αυτού του πυρηνικού οπλοστασίου.
Αφετέρου, η σύγκρουση αυτή έχει άμεσες περιφερειακές προεκτάσεις. Λόγω της κλιμάκωσης, η Σαουδική Αραβία, η οποία πρόσφατα υπέγραψε αμυντικό σύμφωνο με το Πακιστάν, κάλεσε σε αυτοσυγκράτηση. Επιπλέον, το Ριάντ έχει δεσμευτεί να υπερασπιστεί το Πακιστάν έναντι εξωτερικής επίθεσης. Επομένως, η στρατηγική θέση της Σαουδικής Αραβίας αναδεικνύεται σε παράγοντα που θα μπορούσε να εμπλέξει και άλλες περιφερειακές δυνάμεις.
Πρέπει, επίσης, να ληφθεί υπόψη το ενδεχόμενο εμπλοκής τρίτων. Οι Ηνωμένες Πολιτείες, διά στόματος του πρώην Προέδρου Ντόναλντ Τραμπ, έχουν εκφράσει έντονο ενδιαφέρον για την ανάκτηση της στρατηγικής αεροπορικής βάσης Μπάγκραμ στο Αφγανιστάν. Άρα, η σύγκρουση αυτή θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί ως μοχλός πίεσης προς τους Ταλιμπάν, κάτι όμως που θα συναντούσε την έντονη αντίθεση της Κίνας, της Ρωσίας και του Ιράν. Συνεπώς, ο «πόλεμος των συνόρων» κινδυνεύει να μετατραπεί σε πεδίο αντιπαράθεσης μεταξύ μεγάλων δυνάμεων.
Τελικά, η σύγκρουση μεταξύ Αφγανιστάν και Πακιστάν αποτελεί μια ωρολογιακή βόμβα στην καρδιά της Νότιας Ασίας. Η αδυναμία του Ισλαμαμπάντ να ανακόψει την τρομοκρατία στα εδάφη του και η απροθυμία της Καμπούλ να δράσει κατά της TTP δημιουργούν ένα εκρηκτικό κοκτέιλ. Έτσι, μια παρατεταμένη αστάθεια σε μια πυρηνική χώρα είναι ένα σενάριο που η διεθνής κοινότητα δεν μπορεί να αγνοήσει, καθώς οι επιπτώσεις του θα είναι παγκόσμιες.
Διαβάστε ακόμα: Το «Kidulting» αλλάζει την αγορά
