Κόσμος

Βόρειο Σέλας: Οι επικές θεωρίες δημιουργίας

Το Βόρειο Σέλας, γνωστό και ως Aurora Borealis απασχόλησε τον Αριστοτέλη και τον Ιπποκράτη, έως τον Φράνκλιν και τον Ντεκάρτ. Οι θεωρίες και η επιστήμη.
Το Βόρειο Σέλας, γνωστό και ως Aurora Borealis απασχόλησε τον Αριστοτέλη και τον Ιπποκράτη, έως τον Φράνκλιν και τον Ντεκάρτ. Οι θεωρίες και η επιστήμη.

Το Βόρειο Σέλας, γνωστό και ως Aurora Borealis, αποτελεί αναμφίβολα ένα από τα πιο μαγευτικά φαινόμενα της φύσης. Αυτές οι φωσφορίζουσες κουρτίνες, δηλαδή, χορεύουν στον πολικό ουρανό, τραβώντας το ανθρώπινο βλέμμα εδώ και χιλιάδες χρόνια. Η προσπάθεια εξήγησης του φαινομένου, ωστόσο, αποτελεί μια συναρπαστική ιστορία επιστήμης, θρύλων και εικασιών. Αυτή η αναζήτηση, μάλιστα, ξεκίνησε από τα βάθη της μυθολογίας, για να καταλήξει τελικά στη σύγχρονη αστροφυσική.

Όταν το σέλας ήταν θεϊκό σημάδι

Οι πρώτοι άνθρωποι, επομένως, έβλεπαν στο Σέλας κάτι πολύ περισσότερο από ένα απλό φυσικό φαινόμενο. Οι Σκανδιναβικοί λαοί, για παράδειγμα, το ενέταξαν στον κύκλο των ηρώων και των θεών. Οι Βίκινγκς, πιο συγκεκριμένα, πίστευαν ότι τα φώτα αποτελούσαν τις αντανακλάσεις. Αυτές προέρχονταν, δηλαδή, από τις ασπίδες και τις πανοπλίες των Βαλκυριών. Οι μυθικές πολεμίστριες, συνεπώς, οδηγούσαν τους πεσόντες πολεμιστές στη Βαλχάλα. Άλλοι Νορβηγικοί μύθοι, μάλιστα, το περιέγραφαν ως την «γέφυρα Bifrost», ένα αστραφτερό τόξο που οδηγούσε στον τελικό προορισμό των ηρώων.

Στην Ανατολή, ωστόσο, οι ερμηνείες διέφεραν αισθητά. Στους κινεζικούς θρύλους, για παράδειγμα, οι σπάνιες εμφανίσεις του Σέλας συμβόλιζαν μάχες. Αυτές διεξάγονταν, δηλαδή, μεταξύ δράκων του καλού και του κακού. Οι Ινουίτ της Γροιλανδίας, επιπλέον, είχαν μια πιο μακάβρια, αλλά εξίσου ποιητική, εξήγηση. Πίστευαν, λοιπόν, ότι τα φώτα ήταν τα πνεύματα των νεκρών που έπαιζαν ουράνια παιχνίδια. Χρησιμοποιούσαν, μάλιστα, ένα κρανίο θαλάσσιου ίππου ως μπάλα.

Από τον μύθο στη λογική

Το φαινόμενο, βέβαια, δεν ήταν άγνωστο ούτε στους αρχαίους Έλληνες. Ο Αριστοτέλης, πρώτος επιστημονικός παρατηρητής του φαινομένου, το περιέγραψε εκτενώς στα «Μετεωρολογικά». Ο μεγάλος φιλόσοφος, δηλαδή, μίλησε για «πολλά φάσματα εν τω ουρανώ». Κατά τον Αριστοτέλη, συνεπώς, το Σέλας οφειλόταν σε ατμοσφαιρικούς παράγοντες. Η θερμότητα του ήλιου, σύμφωνα με τη θεωρία του, ανέβαζε υδρατμούς από τη Γη. Αυτοί οι ατμοί, λοιπόν, συγκρούονταν σε μεγάλο υψόμετρο με το στοιχείο της φωτιάς. Τότε, μάλιστα, άναβαν και προκαλούσαν το φως του Σέλας. Ο Ιπποκράτης, εξάλλου, νωρίτερα, είχε εικάσει πως το φαινόμενο ήταν απλώς η αντανάκλαση του ηλιακού φωτός.

Με την πάροδο των αιώνων, ωστόσο, οι περιγραφές συχνά επανήλθαν στη δεισιδαιμονία. Το Σέλας, για παράδειγμα, θεωρούνταν κακός οιωνός. Πίστευαν, δηλαδή, ότι προμήνυε την έναρξη πολέμων ή την έλευση λοιμών και επιδημιών. Πριν από τη Γαλλική Επανάσταση, μάλιστα, καταγράφηκε ένα έντονο κόκκινο Σέλας. Αυτό το γεγονός, συνεπώς, ερμηνεύτηκε ως ουράνιο σημάδι της επικείμενης καταστροφής.

Οι πρώτες επιστημονικές υποθέσεις

Η επιστημονική σκέψη, εντούτοις, άρχισε να κερδίζει έδαφος κατά την Αναγέννηση. Ο Γάλλος φιλόσοφος Ρενέ Ντεκάρτ, για παράδειγμα, πρότεινε τη δική του ατμοσφαιρική εξήγηση. Θεωρούσε, λοιπόν, ότι το φως προκαλούνταν από τη σκέδαση του ηλιακού φωτός σε μικροσκοπικά σωματίδια πάγου. Αυτά βρίσκονταν, δηλαδή, σε μεγάλα υψόμετρα στις ψυχρές πολικές περιοχές. Αργότερα, το 1716, ο αστρονόμος Έντμουντ Χάλεϋ εισήγαγε τη μαγνητική διάσταση. Υποστήριξε, λοιπόν, αόριστα, ότι το Σέλας οφειλόταν σε ένα φωτεινό μαγνητικό ρευστό.

Στα μέσα του 18ου αιώνα, μάλιστα, η προσοχή στράφηκε προς τον ηλεκτρισμό. Ο Μπέντζαμιν Φράνκλιν, για παράδειγμα, πρότεινε μια ηλεκτρική θεωρία. Εξήγησε, λοιπόν, ότι υδρατμοί μετέφεραν ηλεκτρικά φορτία στους πόλους. Εκεί, μάλιστα, η υγρασία και το χιόνι τα ενίσχυαν, προκαλώντας το φως. Ο Ρώσος φυσικός Μιχαήλ Λομονόσοφ και ο Άγγλος Τζον Κάντον, επιπλέον, έθεσαν ανεξάρτητα τη βάση για τις θεωρίες ηλεκτρικής εκκένωσης. Ο Κάντον, μάλιστα, ήταν ο πρώτος που δημιούργησε εργαστηριακές απομιμήσεις του Σέλας.

Η σύνδεση με τον Ήλιο και η λύση του μυστηρίου

Η οριστική στροφή, ωστόσο, από τις γήινες στις κοσμικές αιτίες έγινε τον 19ο αιώνα. Το 1859, για παράδειγμα, ο Βρετανός αστρονόμος Ρίτσαρντ Κάρινγκτον παρατήρησε μια τεράστια ηλιακή έκλαμψη. Λίγες μέρες αργότερα, μάλιστα, η Γη «λούστηκε» σε ένα από τα πιο έντονα Σέλας που έχουν καταγραφεί ποτέ. Αυτή η συσχέτιση, συνεπώς, αποτέλεσε την πρώτη σαφή ένδειξη της σύνδεσης του φαινομένου με τη δραστηριότητα του Ήλιου.

Την οριστική εξήγηση, λοιπόν, έδωσε ο Νορβηγός επιστήμονας Κρίστιαν Μπίρκελαντ στις αρχές του 20ού αιώνα. Ήταν ο πρώτος, δηλαδή, που εξήγησε ότι το Σέλας προκαλείται από φορτισμένα σωματίδια. Αυτά εκτοξεύονται, μάλιστα, από τον Ήλιο προς τη Γη. Το μαγνητικό πεδίο του πλανήτη μας, εντούτοις, τα «οδηγεί» προς τους πόλους. Εκεί, λοιπόν, συγκρούονται με τα άτομα οξυγόνου και αζώτου στην ανώτερη ατμόσφαιρα. Η ενέργεια που απελευθερώνεται, τέλος, είναι αυτή που βλέπουμε ως τα λαμπερά, πολύχρωμα φώτα.

Σήμερα, βέβαια, η επιστήμη έχει αποκαλύψει πλήρως τη μηχανική του Σέλας. Ωστόσο, η μαγεία του παραμένει αναλλοίωτη. Κάθε φορά που το βλέπουμε, λοιπόν, θυμόμαστε την επική πορεία της ανθρωπότητας. Αυτή η πορεία κινήθηκε, δηλαδή, από τις πολεμίστριες Βαλκυρίες μέχρι τα ηλεκτρόνια που «χορεύουν».

Newsletter Popup