Κάθε χρόνο, τη νύχτα της Ανάστασης, ένα μικρό φανάρι κατεβαίνει από ένα αεροπλάνο και υποδέχεται τιμές που συνήθως επιφυλάσσονται για αρχηγούς κρατών. Στρατιωτικά αγήματα, εθνικός ύμνος, επίσημοι που στέκονται προσοχή. Το Άγιο Φως φτάνει στην Ελλάδα σαν να κουβαλά κάτι περισσότερο από μια φλόγα. Σαν να κουβαλά κύρος, εξουσία, ίσως και μια υπόσχεση θαύματος.
Κι όμως, δεν ήταν πάντα έτσι
Κάποτε, η ίδια φλόγα ξεκινούσε αθόρυβα από τα Ιεροσόλυμα, ταξίδευε με πλοίο από τη Χάιφα και έφτανε στον Πειραιά μέρες μετά την Ανάσταση. Χωρίς κάμερες, χωρίς μπάντες, χωρίς δηλώσεις. Ήταν μια απλή εκκλησιαστική πράξη, σχεδόν ιδιωτική. Και κανείς δεν αναρωτιόταν αν η πίστη ήταν λιγότερο δυνατή τότε.
Η αλλαγή ήρθε στα τέλη της δεκαετίας του ’80. Μια ιδέα, μια πτήση, μια υποδοχή με επισημότητα. Σιγά-σιγά, η τελετουργία μεγάλωσε. Έγινε γεγονός. Έγινε εικόνα. Έγινε, για κάποιους, θέαμα. Και κάπου εκεί, η φλόγα άρχισε να βαραίνει όχι από το συμβολισμό της, αλλά από όσα φορτώθηκαν πάνω της.
Γιατί μαζί με τις τιμές, μεγάλωσε και η αφήγηση του «θαύματος». Μια αφήγηση που επαναλαμβάνεται, ενισχύεται, αναπαράγεται. Όμως πίσω από αυτήν, υπάρχουν φωνές — ακόμα και μέσα από την ίδια την εκκλησιαστική πραγματικότητα που μιλούν για κάτι πολύ πιο απλό. Για μια φλόγα που ανάβει όπως κάθε άλλη. Για μια τελετουργία συμβολική, όχι υπερφυσική.
Και τότε γεννιέται το ερώτημα: χρειάζεται η πίστη όλα αυτά;
Η πίστη, για όποιον τη βιώνει, είναι ήδη κάτι βαθιά προσωπικό και υπερβατικό. Δεν έχει ανάγκη από εντυπωσιασμούς ούτε από σκηνοθεσία. Δεν ενισχύεται από στρατιωτικά αγήματα, ούτε από κρατικές αποστολές. Αντίθετα, ίσως χάνει κάτι από την ουσία της όταν μπλέκεται με την εξουσία και την προβολή.
Καθώς η φλόγα ταξιδεύει κάθε χρόνο σε όλη τη χώρα με κάθε μέσο — αεροπλάνα, ελικόπτερα, οχήματα μοιάζει να κουβαλά όχι μόνο το μήνυμα της Ανάστασης, αλλά και ένα ολόκληρο σύστημα προσδοκιών, συμφερόντων και εντυπώσεων.
Κι όμως, στο τέλος της νύχτας, αυτό που μένει δεν είναι ο τρόπος που έφτασε το φως. Είναι το τι σημαίνει για τον καθένα. Ίσως τελικά η πιο ουσιαστική στιγμή να μην είναι εκείνη της άφιξης με τιμές, αλλά εκείνη της σιωπής — όταν ένα κερί ανάβει από ένα άλλο. Χωρίς κάμερες, χωρίς δηλώσεις. Μόνο με πίστη.
Διάστεαβ επίσης: Μαρία Καρυστιανού: Νέο πολιτικό ξεκίνημα με σύνθημα την ελπίδα
