Στις 3 Ιουνίου 1967 δημοσιεύεται η υγειονομική διάταξη που καθιερώνει επίσημα το αλκοτέστ στην Ελλάδα, εισάγοντας για πρώτη φορά έναν αντικειμενικό τρόπο ελέγχου των οδηγών για κατανάλωση αλκοόλ. Μέχρι τότε, η διαπίστωση της μέθης βασιζόταν σχεδόν αποκλειστικά στην κρίση των αστυνομικών και σε πρόχειρες δοκιμασίες, όπως το περπάτημα σε ευθεία γραμμή ή η αξιολόγηση της συμπεριφοράς του οδηγού.
Η εφαρμογή του αλκοτέστ αποτέλεσε σημαντική τομή για την οδική ασφάλεια, καθώς έδωσε στις αρχές τη δυνατότητα να βασίζονται σε μετρήσιμα στοιχεία και όχι σε υποκειμενικές εκτιμήσεις. Το σύστημα είχε ήδη κάνει την εμφάνισή του στο εξωτερικό από τη δεκαετία του 1950, όμως στην Ελλάδα χρειάστηκαν αρκετά χρόνια μέχρι να θεσμοθετηθεί και να χρησιμοποιηθεί συστηματικά.
Σχεδόν έξι δεκαετίες αργότερα, το αλκοτέστ παραμένει ένα από τα βασικότερα εργαλεία της Τροχαίας. Σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία, ένας οδηγός θεωρείται ότι βρίσκεται υπό την επήρεια αλκοόλ όταν η συγκέντρωση οινοπνεύματος υπερβαίνει τα 0,50 γραμμάρια ανά λίτρο αίματος ή τα 0,25 χιλιοστά του γραμμαρίου ανά λίτρο εκπνεόμενου αέρα. Η υπέρβαση των ορίων αυτών συνεπάγεται πρόστιμα, αφαίρεση διπλώματος και, στις σοβαρότερες περιπτώσεις, ποινικές κυρώσεις.
Τα τελευταία χρόνια οι έλεγχοι αλκοτέστ έχουν ενταθεί, ιδιαίτερα κατά τις εορταστικές περιόδους, τα καλοκαιρινά Σαββατοκύριακα και τις νυχτερινές ώρες. Η οδήγηση υπό την επήρεια αλκοόλ εξακολουθεί να αποτελεί μία από τις σημαντικότερες αιτίες πρόκλησης σοβαρών τροχαίων ατυχημάτων, γεγονός που διατηρεί το ζήτημα ψηλά στην ατζέντα της οδικής ασφάλειας.
Από τις πρόχειρες δοκιμασίες της δεκαετίας του 1960 μέχρι τα σύγχρονα ηλεκτρονικά συστήματα μέτρησης, το αλκοτέστ έχει εξελιχθεί σε ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα εργαλεία πρόληψης. Και μπορεί η τεχνολογία να έχει αλλάξει, όμως το βασικό μήνυμα παραμένει το ίδιο εδώ και 58 χρόνια: όταν πίνεις, δεν οδηγείς.
