Τον συναντήσαμε σ’ ένα παγκάκι κοντά στην πλατεία Βικτωρίας. Ο Στέλιος, 48 ετών, κρατά ένα χαρτί με ζωγραφισμένο ένα χριστουγεννιάτικο δέντρο. Το βρήκε, λέει, πεταμένο σε ένα πεζοδρόμιο πριν από λίγες ημέρες και το κράτησε, «για να θυμάμαι πως μοιάζουν οι γιορτές».
Η ιστορία του Στέλιου δεν είναι μια ιστορία για λύπηση. Είναι μια αφήγηση για τη σημασία των Χριστουγέννων, όταν δεν υπάρχει τίποτα τριγύρω. Η συνέντευξη που ακολουθεί είναι αυτούσια, όπως μας την αφηγήθηκε ο ίδιος, με την παράκληση να αλλάξουμε το όνομά του, όχι όμως και το όνειρό του…
«Τα Χριστούγεννά μου μυρίζουν έλατο…»
«Πέρασαν δύο χρόνια από τότε που έχασα το σπίτι μου. Δεν έχει σημασία πώς συνέβη, μπορεί να συμβεί στον καθένα. Κάποτε είχα ένα σαλόνι με καναπέδες, μια κουζίνα που μύριζε ψητό και πίτες, κι ένα δέντρο στολισμένο με πολύχρωμες μπάλες. Τώρα, το μόνο που μυρίζει έλατο είναι τα κλαδιά από τα πεσμένα στεφάνια που βρίσκω στα σκουπίδια μετά τις γιορτές.
Πολλοί νομίζουν ότι στους δρόμους η χειρότερη στιγμή είναι όταν βρέχει. Δεν είναι αυτό. Είναι η νύχτα της παραμονής των Χριστουγέννων και της Πρωτοχρονιάς όταν ακούγονται φωνές, τραγούδια κι εγώ κάθομαι με τις κουβέρτες μου, ακούγοντας γέλια πίσω από φωτισμένα παράθυρα. Ξέρεις πώς είναι να αισθάνεσαι μια γιορτή, αλλά να μην ανήκεις πουθενά;»
«Πέρσι πέρασα την παραμονή Χριστουγέννων έξω από ένα αρτοποιείο. Στις 8 το βράδυ, η κυρία που δούλευε μέσα άφησε μια σακούλα σε ένα πρεβάζι. Ήταν γεμάτη κουραμπιέδες που δεν πούλησαν. Ή που κράτησαν ή που αγόρασαν, αφού ήξεραν πού θα το αφήσουν και ποιοί θα το πάρουν. Είναι εκπληκτική η χαρά που μπορείς να πάρεις από ένα γλυκό, από ένα κέρασμα. Το κρατάς στα χέρια σαν κάτι ιερό.
Φέτος, δεν περιμένω υλικά πράγματα. Ξέρεις τι μου λείπει περισσότερο; Ένα τραπέζι. Όχι για το φαγητό – για το “κάτσε μαζί μας”. Για το “πώς πέρασες τη μέρα σου;”. Στο γεύμα αγάπης του Δήμου της Αθήνας… ψιλοξεχνιέσαι. Βλέπεις κόσμο, μιλάς. Νιώθεις ότι ανήκεις κάπου. Στο δρόμο, όμως, ο χρόνος δεν τρέχει. Δεν αλλάζει τίποτα. Μόνο οι σελίδες του ημερολογίου των άλλων».

«Η μεγαλύτερη φωτιά που έχω είναι η ελπίδα»
«Τις νύχτες του χειμώνα κοιμάμαι δίπλα σε ένα μαγαζί που κλείνει αργά. Έχει ένα μικρό φωτιστικό κοντά στο πεζοδρόμιο και κρατάει λίγο τη ζέστη. Μια φορά, ένα παιδί γύρω στα δέκα μου άφησε ένα κερί και μου είπε: “Αυτό είναι για να έχεις φως μέχρι να ξημερώσει”. Δεν ξέρω ποιος ήταν, αλλά νομίζω μου έδωσε το καλύτερο δώρο που έχω πάρει ποτέ. Ακόμα και τώρα που μιλάμε μαζί και μοιραζόμαστε ένα ποτήρι ζεστό κρασί και δυο κουβέντες, είναι ό,τι καλύτερο μπορώ να έχω.
Η ελπίδα είναι παράξενη. Δεν σε χορταίνει, δεν σε ντύνει, αλλά σε κρατά όρθιο. Και στους δρόμους, όρθιος σημαίνει ζωντανός».
«Γιατί κρατάω αυτό το χαρτί με το ζωγραφισμένο δέντρο»
Σηκώνει το χαρτί και το κοιτά. «Το βρήκα πριν δύο εβδομάδες. Κάποιο παιδί θα το ζωγράφισε. Το κράτησα για να θυμάμαι πως κάπου, κάποιος, έβαλε χρώμα σε ένα άσπρο χαρτί. Κι ίσως μια μέρα, να ξαναβάλω κι εγώ χρώμα στη ζωή μου. Την παραμονή φέτος, δεν ξέρω πού θα είμαι. Ίσως στο ίδιο σημείο, ίσως κάπου αλλού. Αλλά ξέρω ότι θα υπάρχει φως κάπου. Μπορεί σε ένα παράθυρο, σε ένα κερί, σε ένα χαμόγελο. Αυτό μου φτάνει».
«Αν μπορούσα να πω κάτι σε όσους διαβάζουν αυτό το κείμενο, δεν θα ζητούσα χρήματα, ούτε δώρα. Θα ζητούσα κάτι πιο απλό: Όταν δείτε έναν άνθρωπο στον δρόμο, μην κοιτάξετε αλλού. Πείτε μια “καλημέρα”. Δώστε του σημασία. Να ξέρει ότι υπάρχει. Αυτό είναι το πραγματικό χριστουγεννιάτικο θαύμα».
Όταν αποχωριστήκαμε το μέρος και τον Στέλιο, εκείνος μας χαιρέτησε και χαμογελώντας είπε: «Τουλάχιστον, σήμερα μίλησα με κάποιον». Και για μια στιγμή, στο παγκάκι του δρόμου, οι γιορτές είχαν αποκτήσει νόημα. Και για τους δυο μας…
Διαβάστε ακόμα: Πώς να προστατεύσετε τα κατοικίδια σας από το κρύο του χειμώνα
