Το 1968, μια ιστορία που σήμερα μοιάζει απίστευτη έκανε τον γύρο της ιρλανδικής κοινότητας στο Λονδίνο και αργότερα όλης της Βρετανίας. Ήταν η ιστορία του Μικ Μίνι, ενός απλού εργάτη από την Ιρλανδία, ο οποίος, μέσα από μια απελπισμένη προσπάθεια να αλλάξει τη μοίρα του, αποφάσισε να τολμήσει κάτι που για τους περισσότερους έμοιαζε αδιανόητο: να θαφτεί ζωντανός μέσα σε ένα φέρετρο για περισσότερες από δύο μήνες. Η ακραία αυτή πράξη, που σήμερα προκαλεί δέος και τρόμο, πρόκειται να μετατραπεί σε ντοκιμαντέρ με τίτλο «Θαμμένος Ζωντανός», το οποίο θα προβληθεί από το ιρλανδόφωνο κανάλι TG4, αναζωπυρώνοντας το ενδιαφέρον για μια από τις πιο παράξενες περιπέτειες της εποχής.
Ο φτωχός και πεισματάρης εργάτης
Ο Μίνι δεν έμοιαζε με τον συνηθισμένο κυνηγό της δημοσιότητας. Ήταν ένας φτωχός αλλά πεισματάρης εργάτης, που ζούσε στο Λονδίνο δουλεύοντας σκληρά για να επιβιώσει και να στηρίξει την οικογένειά του στην Ιρλανδία. Οι εποχές ήταν δύσκολες και εκείνος ονειρευόταν μια ευκαιρία που θα τον βοηθούσε να ξεφύγει από τη φτώχεια. Εκείνη την περίοδο, είχε ξεκινήσει ένα παράξενο «κύμα μόδας»: διάφοροι τολμηροί προσπαθούσαν να σπάσουν ρεκόρ παραμονής κάτω από το έδαφος, κλεισμένοι σε φέρετρα ή μικρούς θαλάμους. Ο Μίνι πίστεψε πως αν κατάφερνε να ξεπεράσει όλους τους προηγούμενους, το όνομά του θα έμενε στην ιστορία και τα χρήματα θα έρχονταν.

Το παράτολμο εγχείρημα του Μίνι
Στις 21 Φεβρουαρίου 1968, χιλιάδες άνθρωποι συγκεντρώθηκαν στο Κίλμπερν, μια συνοικία με έντονη ιρλανδική παρουσία. Η πομπή που μετέφερε το φέρετρο του Μίνι προς το πρόχειρο εργοτάξιο όπου θα θαβόταν έμοιαζε περισσότερο με τελετουργία παρά με παράτολμο κατόρθωμα. Παρόλο που βρισκόταν μέσα στο φέρετρο, ο Μίνι ήταν ζωντανός και πλήρως συνειδητοποιημένος για το τι έκανε. Ένας μεταλλικός σωλήνας που έφτανε στην επιφάνεια θα του παρείχε αέρα και λίγα απαραίτητα τρόφιμα, ενώ μιλούσε περιστασιακά με όσους περνούσαν από το σημείο για να δουν «τον άντρα που θάφτηκε ζωντανός».
Η παραμονή του μέσα στο στενό, υγρό φέρετρο διήρκεσε συνολικά 61 ημέρες, από τον Φεβρουάριο μέχρι τον Απρίλιο. Στην αρχή, ο κόσμος έδειξε μεγάλο ενδιαφέρον: δημοσιογράφοι, περαστικοί και περίεργοι έφταναν στο σημείο για να παρακολουθήσουν την ιδιότυπη προσπάθεια. Όμως όσο περνούσε ο καιρός, η δημοσιότητα άρχισε να ξεθωριάζει. Τα γεγονότα της εποχής (πολιτικές εντάσεις, πολεμικές εξελίξεις και κοινωνικές αναταραχές) σύντομα επισκίασαν τον θαμμένο εργάτη. Ο Μίνι, κλεισμένος στο σκοτάδι, αγνοούσε ότι ο κόσμος είχε αρχίσει ήδη να τον ξεχνά.
Όταν τελικά ανασύρθηκε από τη γη, τον Απρίλιο, εμφανίστηκε αδύναμος, με γένια και με γυαλιά ηλίου για να προστατεύσει τα μάτια του από το φως. Παρ’ όλα αυτά, δήλωσε γεμάτος υπερηφάνεια: «Θα μπορούσα να μείνω και εκατό μέρες ακόμη. Είμαι ενθουσιασμένος που είμαι ο πρωταθλητής του κόσμου». Η πραγματικότητα, όμως, επρόκειτο να τον προσγειώσει απότομα.
Ο απατεώνας και η απογοητεύση
Ο άνθρωπος που είχε αναλάβει να προωθήσει το εγχείρημα του Μίνι αποδείχθηκε απατεώνας. Οι υποσχέσεις για παγκόσμια περιοδεία, χορηγίες και οικονομικά οφέλη εξαφανίστηκαν. Ο Μίνι, παρά τη θυσία και τον κίνδυνο που πέρασε, όχι μόνο δεν πλούτισε αλλά έμεινε ακριβώς όπως ήταν πριν. Φτωχός, κουρασμένος και απογοητευμένος. Επέστρεψε στην Ιρλανδία, όπου έζησε μια απλή και ταπεινή ζωή μέχρι τον θάνατό του, χωρίς ποτέ να δει την αναγνώριση που πίστευε ότι άξιζε.Στο ντοκιμαντέρ, η κόρη του περιγράφει τον πατέρα της ως έναν περήφανο άντρα από το Τιπεράρι, που δούλεψε σκληρά σε μια δύσκολη εποχή…
Διαβάστε ακόμα: Ο «ματωμένος γάμος»: Τον έσπρωξε στον γκρεμό και δεν ξανακοίταξε πίσω της
