Υπάρχουν αντικείμενα που αγοράζονται για να εντυπωσιάσουν. Υπάρχουν και εκείνα που δεν διεκδίκησαν ποτέ κανένα βραβείο αισθητικής, αλλά κατάφεραν να γίνουν κομμάτι της ζωής εκατομμυρίων ανθρώπων. Η λευκή πλαστική καρέκλα ανήκει αναμφίβολα στη δεύτερη κατηγορία.
Δεν ήταν ποτέ σύμβολο πολυτέλειας. Δεν βρέθηκε σε εξώφυλλα περιοδικών αρχιτεκτονικής ούτε σε ακριβά σαλόνια. Κι όμως, δύσκολα υπάρχει άνθρωπος που να μη συνδέει αυτή την καρέκλα με κάποια προσωπική ανάμνηση.
Ήταν εκεί στον απογευματινό καφέ στη βεράντα της γιαγιάς. Στο κυριακάτικο τραπέζι με συγγενείς που έρχονταν απρόσκλητοι και πάντα «χωρούσαν». Στο πανηγύρι του χωριού, όπου όλοι κάθονταν δίπλα-δίπλα χωρίς να γνωρίζονται. Στις σχολικές γιορτές, στις αυλές των σπιτιών, στα καλοκαιρινά μπάρμπεκιου, στις βαφτίσεις, στους γάμους, ακόμη και στις πιο δύσκολες στιγμές, όπως ένα μνημόσυνο ή μια κηδεία.
Η πλαστική καρέκλα δεν ξεχώριζε ποτέ. Ήταν πάντα το σκηνικό. Και ίσως γι’ αυτό έγινε τόσο σημαντική.
Από το Πουέρτο Ρίκο μέχρι την ελληνική αυλή
Όταν ο Bad Bunny επέλεξε δύο λευκές πλαστικές καρέκλες για το εξώφυλλο του άλμπουμ Debí Tirar Más Fotos και αργότερα τις μετέφερε στη σκηνή του Super Bowl μαζί με τον Ricky Martin, πολλοί αναρωτήθηκαν γιατί ένα τόσο συνηθισμένο αντικείμενο απέκτησε πρωταγωνιστικό ρόλο.
Η απάντηση ήταν απλή.
Οι καρέκλες αυτές δεν συμβόλιζαν το design. Συμβόλιζαν το σπίτι. Την οικογένεια. Τους ανθρώπους που μαζεύονται χωρίς ιδιαίτερο λόγο, μόνο και μόνο για να καθίσουν μαζί. Το ίδιο ακριβώς συμβαίνει και στην Ελλάδα. Η λευκή πλαστική καρέκλα είναι σχεδόν παντού. Στις αυλές των χωριών, στα καφενεία, στις παραλίες, στα πανηγύρια, στις λαϊκές αγορές, στις αυλές των σχολείων, στα καράβια, στα εξοχικά, στα συνεργεία, στις δημοτικές εκδηλώσεις.
Δεν είναι απλώς ένα έπιπλο. Είναι μέρος της συλλογικής μας μνήμης.

Ένα αντικείμενο που δεν προσπάθησε ποτέ να γίνει σύμβολο
Σε αντίθεση με τις εμβληματικές δημιουργίες των Eames, του Le Corbusier ή του Mies van der Rohe, η πλαστική καρέκλα δεν σχεδιάστηκε για να γίνει έργο τέχνης.
Σχεδιάστηκε για να είναι φθηνή, ανθεκτική και πρακτική. Η πρώτη πλαστική καρέκλα δημιουργήθηκε στον Καναδά, στα μέσα της δεκαετίας του 1940, όταν δύο αρχιτέκτονες επιχείρησαν να αξιοποιήσουν υλικά που είχαν αναπτυχθεί για την αεροπορική βιομηχανία κατά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο.
Η μορφή που γνωρίζουμε σήμερα εμφανίστηκε το 1972 από τον Γάλλο μηχανικό Henry Massonet. Το σημαντικότερο ήταν ότι δεν κατοχύρωσε ποτέ το σχέδιο με δίπλωμα ευρεσιτεχνίας.
Έτσι, η καρέκλα άρχισε να κατασκευάζεται από εκατοντάδες εργοστάσια σε όλο τον κόσμο, μετατρεπόμενη στο πιο διαδεδομένο έπιπλο της σύγχρονης ιστορίας.
Το πιο δημοκρατικό κάθισμα
Η επιτυχία της δεν κρύβεται στην αισθητική της. Είναι ελαφριά, πλένεται εύκολα, στοιβάζεται, μεταφέρεται παντού και, αν σπάσει, αντικαθίσταται με ελάχιστο κόστος. Το Vitra Design Museum τη χαρακτηρίζει το πιο διαδεδομένο έπιπλο στον κόσμο, με τις εκτιμήσεις να κάνουν λόγο για περισσότερες από ένα δισεκατομμύριο καρέκλες μόνο στην Ευρώπη. Και όμως, η πραγματική της αξία δεν βρίσκεται στους αριθμούς. Βρίσκεται στις ιστορίες που έχει «δει».
Η καρέκλα που δεν έκανε διακρίσεις
Ο Γάλλος κοινωνιολόγος Jean Baudrillard έγραφε ότι τα αντικείμενα λειτουργούν και ως σύμβολα κοινωνικής ταυτότητας. Το αυτοκίνητο που οδηγείς, το ρολόι που φοράς ή ο καναπές που έχεις στο σπίτι λένε κάτι για εσένα. Η πλαστική καρέκλα μοιάζει να αψηφά αυτή τη θεωρία. Δεν προσπαθεί να σε κάνει να φαίνεσαι πιο πλούσιος ή πιο καλλιεργημένος. Δεν εκπέμπει κύρος. Δεν παράγει κοινωνικό status. Είναι το ίδιο πρόθυμη να φιλοξενήσει τον παππού στο χωριό, έναν εργάτη στο διάλειμμά του, έναν υπουργό σε μια εκδήλωση ή ένα παιδί που τρώει καρπούζι στην αυλή. Δεν κάνει διακρίσεις.
Ίσως γι’ αυτό τη θυμόμαστε όλοι
Κανείς δεν κρατά στη μνήμη του την ίδια την καρέκλα.
Θυμάται όμως ποιος καθόταν πάνω της.
Θυμάται τον παππού που έπινε τον απογευματινό του καφέ.
Τη γιαγιά που καθάριζε φασολάκια στην αυλή.
Την παρέα που έμεινε μέχρι αργά μετά το φαγητό.
Το πανηγύρι που τελείωσε ξημερώματα.
Το οικογενειακό τραπέζι όπου πάντα εμφανιζόταν κάποιος ακόμη και κάποιος φώναζε: «Φέρτε άλλη μία καρέκλα».
Ίσως αυτή να είναι τελικά η μεγαλύτερη επιτυχία της.
Δεν έγινε το πιο διάσημο έπιπλο στον κόσμο επειδή ήταν όμορφο.
Έγινε επειδή βρισκόταν πάντα εκεί, στις στιγμές που ένωναν τους ανθρώπους.
