Life

«Ήταν μια γριά στρίγκλα»: Το έγκλημα που συγκλόνισε την Ελλάδα το 1960

1960: Έγκλημα στη Βέροια
1960: Έγκλημα στη Βέροια

Η ανατριχιαστική υπόθεση της νύφης που στραγγάλισε την 75χρονη πεθερά της στη Βέροια και έκρυβε το πτώμα της επί 22 ημέρες σε αποθήκη με καυσόξυλα.

Ήταν παραμονή Χριστουγέννων του 1960 όταν, πίσω από τις κλειστές πόρτες ενός σπιτιού στη Βέροια, γράφτηκε ένα από τα πιο σκοτεινά εγκλήματα της μεταπολεμικής Ελλάδας. Ένα έγκλημα που αποκαλύφθηκε εβδομάδες αργότερα και πάγωσε την κοινή γνώμη, όχι μόνο για τη φρικιαστική του φύση, αλλά και για την ψυχραιμία με την οποία η δράστιδα συνέχισε να ζει δίπλα στον θάνατο.

Στις 15 Ιανουαρίου 1961, οι αστυνομικοί της Ασφάλειας Βέροιας άνοιξαν μια μικρή αποθήκη δίπλα στην κουζίνα ενός σπιτιού. Ανάμεσα σε καυσόξυλα και παλιά αντικείμενα, εντόπισαν το πτώμα μιας 75χρονης γυναίκας σε προχωρημένη αποσύνθεση. Βρισκόταν εκεί επί 22 ολόκληρες ημέρες. Η δολοφονία της δεν ήταν αποτέλεσμα ληστείας ή ξένης εισβολής. Ο άνθρωπος που την έπνιξε ήταν η ίδια της η νύφη.

Οι σχέσεις των δύο γυναικών ήταν τεταμένες εδώ και ενάμιση χρόνο. Οι καβγάδες ήταν συχνοί, η συμβίωση αφόρητη. Σύμφωνα με μαρτυρίες, η ηλικιωμένη είχε αναγκαστεί να απομονωθεί σε ένα δωμάτιο του ίδιου της του σπιτιού, ζώντας στο περιθώριο της καθημερινότητας. Η 35χρονη νύφη δεν έκρυβε την antipάθειά της. Αργότερα θα ομολογούσε με κυνισμό: «Ήταν μια γριά στρίγκλα και δεν μπορούσα να τη βλέπω μέσα στο σπίτι μου».

Το βράδυ της 24ης Δεκεμβρίου 1960, ο σύζυγος της 35χρονης επέστρεψε στο σπίτι και αναζήτησε τη μητέρα του. Η απάντηση ήταν ψυχρή και αδιάφορη: «Δεν ξέρω, δεν την είδα». Ο άνδρας δεν ανησύχησε. Γνώριζε τις κακές σχέσεις των δύο γυναικών και θεώρησε πως η μητέρα του είχε πάει σε συγγενείς για τις γιορτές. Οι ημέρες περνούσαν, όμως η 75χρονη δεν εμφανιζόταν πουθενά.

Όταν η απουσία της παρατάθηκε, ξεκίνησαν αναζητήσεις σε σπίτια συγγενών και γνωστών, στη Βέροια και στα γύρω χωριά. Κανείς δεν την είχε δει. Στις 28 Δεκεμβρίου, δηλώθηκε επίσημα η εξαφάνισή της. Οι αστυνομικοί έψαξαν ποτάμια, ρυάκια και χαράδρες, εξετάζοντας ακόμη και το ενδεχόμενο ατυχήματος ή αυτοκτονίας. Το ενδεχόμενο εγκλήματος αρχικά δεν θεωρήθηκε πιθανό.

Η ανατροπή ήρθε από μια γειτόνισσα. Κατέθεσε ότι το βράδυ της παραμονής των Χριστουγέννων, γύρω στις 7:30, είχε δει την 75χρονη να μπαίνει στο σπίτι της. Μάλιστα, είχαν ανταλλάξει λίγα λόγια. Η ηλικιωμένη της είχε πει πως θα ξεκουραζόταν λίγο και αργότερα θα πήγαινε στην εκκλησία. Δεν βγήκε ποτέ.

Η μαρτυρία αυτή κατέρριψε τους ισχυρισμούς άγνοιας της νύφης. Οι έρευνες στο σπίτι εντάθηκαν και τότε οι αστυνομικοί πρόσεξαν τη δυσοσμία που προερχόταν από την αποθήκη. Η εικόνα που αντίκρισαν ήταν αποτρόπαιη. Η σορός ήταν καταπλακωμένη από ξύλα. Ο ιατροδικαστής δεν άφησε περιθώρια αμφιβολίας: στραγγαλισμός.

Η 35χρονη αρνούνταν τα πάντα μέχρι την ημέρα της κηδείας. Εκεί, κάτω από το βάρος της πίεσης, «έσπασε». Η ομολογία της ήταν ωμή, σχεδόν προκλητική. Περιέγραψε πώς όρμησε στην πεθερά της ενώ εκείνη στεκόταν στο νεροχύτη, πώς έσφιξε τον λαιμό της μέχρι να παραλύσει και πώς, στη συνέχεια, έσυρε το σώμα της στην αποθήκη.

Κατά την προανάκριση αποκαλύφθηκε ακόμη ένα σοκαριστικό στοιχείο: χρόνια πριν, είχε στραγγαλίσει ένα εξώγαμο παιδί της, σε μια πράξη που δεν είχε αποκαλυφθεί ποτέ.

Η υπόθεση εκδικάστηκε τον Μάιο του 1961 στο Κακουργιοδικείο Θεσσαλονίκης. Ο εισαγγελέας μίλησε για μια γυναίκα με «διεφθαρμένη ψυχή», ικανή να ζει επί 22 ημέρες δίπλα στο πτώμα του θύματός της. Παρά τη σκληρή αγόρευση, οι ένορκοι αναγνώρισαν βρασμό ψυχικής ορμής. Η ποινή ήταν κάθειρξη δέκα ετών και στέρηση πολιτικών δικαιωμάτων για πέντε.

Το έγκλημα της Βέροιας έμεινε στην Ιστορία όχι μόνο για τη βιαιότητά του, αλλά και ως μια σκοτεινή υπενθύμιση του τι μπορεί να γεννήσει η σιωπηλή καθημερινή βία μέσα στους τέσσερις τοίχους ενός σπιτιού.

Διαβάστε ακόμα: Γιατί οι «σκοτεινοί» άνδρες κυριαρχούν στο παιχνίδι των ψηφιακών γνωριμιών

Newsletter Popup