Life

Όταν η βία βαφτίζεται «αγάπη»: Η επικίνδυνη κανονικοποίηση από δημόσια πρόσωπα

Σε μια εποχή όπου η κοινωνία προσπαθεί έστω και αργά να επαναπροσδιορίσει τα όρια της κακοποίησης, οι δημόσιες τοποθετήσεις που θολώνουν αυτές τις γραμμές δεν είναι απλώς προβληματικές· είναι επικίνδυνες. Όταν ένα αναγνωρίσιμο πρόσωπο περιγράφει τη σωματική τιμωρία ως «δίκαιη» ή ακόμη χειρότερα ως έκφραση αγάπης, δεν μιλάμε απλώς για μια προσωπική εμπειρία. Μιλάμε για μια αφήγηση που μπορεί να επηρεάσει, να νομιμοποιήσει και τελικά να διαιωνίσει τη βία.

Η φράση «έφαγα το ξύλο που μου έπρεπε» δεν είναι αθώα. Είναι προϊόν μιας ολόκληρης κουλτούρας που για δεκαετίες θεώρησε τη σωματική τιμωρία εργαλείο διαπαιδαγώγησης. Το πρόβλημα δεν είναι μόνο ιστορικό· είναι βαθιά κοινωνικό και ψυχολογικό. Όταν η βία ενσωματώνεται ως “κανονικότητα”, μετατρέπεται σε πρότυπο. Και τα πρότυπα, ειδικά όταν προέρχονται από ανθρώπους με δημόσιο λόγο, έχουν δύναμη.

Η επίκληση των «άλλων εποχών» είναι συχνά το καταφύγιο τέτοιων αφηγήσεων. Πράγματι, οι συνθήκες ήταν διαφορετικές. Όμως το γεγονός ότι κάτι συνέβαινε ευρέως δεν το καθιστά αυτομάτως σωστό. Αντιθέτως, η πρόοδος μιας κοινωνίας μετριέται ακριβώς από την ικανότητά της να αναγνωρίζει τα λάθη του παρελθόντος και να τα απορρίπτει.

Ακόμη πιο ανησυχητική είναι η εξιδανίκευση της βίας μέσα από το πρίσμα της «αγάπης». Η ιδέα ότι κάποιος μπορεί να σε χτυπά «για το καλό σου» δημιουργεί ένα επικίνδυνο ψυχολογικό μοτίβο: συνδέει τον πόνο με τη φροντίδα. Αυτό το μοτίβο δεν μένει στο παρελθόν· μεταφέρεται στις επόμενες γενιές, στις σχέσεις, στην ανοχή απέναντι σε κακοποιητικές συμπεριφορές.

Το επιχείρημα «εμένα μου βγήκε σε καλό» είναι ίσως το πιο ύπουλο. Η ατομική εμπειρία δεν μπορεί να λειτουργήσει ως γενικός κανόνας. Για κάθε άνθρωπο που πιστεύει ότι «ωφελήθηκε», υπάρχουν πολλοί άλλοι που κουβαλούν τραύματα συχνά σιωπηλά. Η επιτυχία ή η ανθεκτικότητα κάποιου δεν δικαιώνει τη βία που υπέστη. Όταν τέτοιες απόψεις εκφράζονται δημόσια, το πρόβλημα πολλαπλασιάζεται. Οι λέξεις αποκτούν βάρος. Ένα παιδί που ακούει ότι «το ξύλο κάνει καλό» μπορεί να το αποδεχτεί ως φυσιολογικό. Ένας γονιός μπορεί να αισθανθεί δικαιωμένος να επαναλάβει την ίδια πρακτική. Έτσι, η βία δεν παραμένει μια προσωπική ιστορία· γίνεται κοινωνική αναπαραγωγή.

Η ευθύνη των δημόσιων προσώπων δεν είναι να παρουσιάζονται αλάνθαστα, αλλά να κατανοούν την επιρροή τους. Η ειλικρινής αναφορά σε δύσκολες εμπειρίες μπορεί να είναι πολύτιμη όταν συνοδεύεται από κριτική σκέψη και επίγνωση. Χωρίς αυτά, κινδυνεύει να μετατραπεί σε επικίνδυνο μήνυμα.

Η κοινωνία δεν έχει ανάγκη από νοσταλγία της σκληρότητας. Έχει ανάγκη από σαφή όρια: η βία δεν είναι αγάπη, δεν είναι παιδαγωγική μέθοδος, δεν είναι λύση. Και όσο πιο καθαρά το λέμε ιδιαίτερα όσοι έχουν δημόσιο βήμα– τόσο πιο δύσκολο θα είναι να επιστρέψουμε σε εποχές που ο πόνος παρουσιαζόταν ως «για το καλό μας».

Διαβάστε επίσης: Κακοποίηση γυναικών το 2025: 19 χιλ. υποθέσεις και 60 περιστατικά ημερησίως

Newsletter Popup