Κάποτε οι πολιτικοί, aka content creators, κρίνονταν από τις αποφάσεις τους, τις μεταρρυθμίσεις τους και την ικανότητά τους να δίνουν λύσεις στα προβλήματα των πολιτών. Σήμερα, πολλές φορές μοιάζουν να κρίνονται από κάτι εντελώς διαφορετικό: πόσα views έκαναν στο TikTok, πόσα likes συγκέντρωσε ένα Instagram Reel ή πόσο viral έγινε μια ανάρτησή τους στο Χ.
Η εικόνα είναι πλέον γνώριμη. Ένας υπουργός αφιερώνει ατελείωτες ώρες σε διαδικτυακές αντιπαραθέσεις. Μια άλλη πολιτικός ανεβάζει στιγμές από την οικογενειακή της ζωή για να αναδείξει την «ανθρώπινη πλευρά» της. Κάποιος τρίτος επιλέγει τον ρόλο του διαδικτυακού δασκάλου, εξηγώντας κυβερνητικές πρωτοβουλίες με χιούμορ που συχνά μοιάζει περισσότερο κατασκευασμένο παρά αυθόρμητο.
Το πρόβλημα δεν είναι ότι οι πολιτικοί χρησιμοποιούν τα κοινωνικά δίκτυα. Αυτό είναι αναμενόμενο και σε μεγάλο βαθμό αναγκαίο. Το πρόβλημα είναι ότι ολοένα και περισσότερο δείχνουν να προσαρμόζουν την πολιτική τους παρουσία στις απαιτήσεις των πλατφορμών, αντί να χρησιμοποιούν τις πλατφόρμες ως εργαλείο επικοινωνίας της πολιτικής τους.
Τα social media ανταμείβουν τη συντομία, την υπερβολή, το συναίσθημα και την αμεσότητα. Η πολιτική, αντίθετα, απαιτεί πολυπλοκότητα, τεκμηρίωση, υπομονή και συχνά δυσάρεστες αλήθειες. Όταν ένας πολιτικός προσπαθεί να χωρέσει ένα σύνθετο ζήτημα σε ένα βίντεο λίγων δευτερολέπτων, σχεδόν πάντα θυσιάζεται η ουσία.
Και κάπως έτσι η πολιτική μετατρέπεται σε θέαμα
Δεν συζητάμε για το πώς θα αντιμετωπιστεί η στεγαστική κρίση. Συζητάμε για το αν το βίντεο ήταν πετυχημένο. Δεν αναλύουμε μια φορολογική πολιτική. Αναλύουμε αν ο πολιτικός ήταν αρκετά «αυθεντικός». Δεν εξετάζουμε αν μια μεταρρύθμιση θα αποδώσει. Μετράμε αν έγινε trend.
Η ειρωνεία είναι ότι αυτή η στρατηγική βασίζεται σε μια λανθασμένη παραδοχή: ότι οι νεότεροι ψηφοφόροι είναι αφελείς και εντυπωσιάζονται εύκολα από το περιτύλιγμα. Στην πραγματικότητα συμβαίνει συχνά το αντίθετο. Οι νεότερες γενιές έχουν μεγαλώσει μέσα στο διαδίκτυο. Αναγνωρίζουν πότε κάτι είναι αυθεντικό και πότε αποτελεί προϊόν επικοινωνιακού σχεδιασμού. Καταλαβαίνουν πολύ καλά πότε ένας πολιτικός μιλά ως άνθρωπος και πότε παίζει έναν ρόλο μπροστά στην κάμερα.
Αυτό εξηγεί εν μέρει και τη βαθιά δυσπιστία που χαρακτηρίζει μεγάλο τμήμα των νέων απέναντι στο πολιτικό σύστημα. Δεν είναι ότι δεν βλέπουν το περιεχόμενο. Είναι ότι συχνά δεν πείθονται από αυτό.
Η πολιτική δεν μπορεί να λειτουργήσει με τους κανόνες του scrolling. Οι μεγάλες κοινωνικές προκλήσεις δεν λύνονται με reels. Οι χαμηλοί μισθοί δεν αυξάνονται με hashtags. Τα υψηλά ενοίκια δεν μειώνονται με viral βίντεο. Η κρίση εμπιστοσύνης προς τους θεσμούς δεν αντιμετωπίζεται με προσεκτικά σκηνοθετημένες εικόνες οικογενειακής ευτυχίας.
Οι πολίτες μπορεί να παρακολουθήσουν ένα βίντεο λίγων δευτερολέπτων. Όμως τελικά θα κρίνουν κάτι πολύ πιο απλό: αν η ζωή τους έγινε καλύτερη ή όχι.
Γι’ αυτό και η μεγαλύτερη παγίδα για τους σύγχρονους πολιτικούς είναι να μπερδέψουν την ορατότητα με την αποτελεσματικότητα. Το γεγονός ότι κάποιος εμφανίζεται διαρκώς στην οθόνη δεν σημαίνει ότι πείθει. Το γεγονός ότι γίνεται viral δεν σημαίνει ότι αποκτά αξιοπιστία.
Αντίθετα, όσο περισσότερο η πολιτική μετατρέπεται σε παραγωγή περιεχομένου, τόσο αυξάνεται ο κίνδυνος να χαθεί εκείνο που τη νομιμοποιεί: η σοβαρότητα, η συνέπεια και η ικανότητα να λύνει πραγματικά προβλήματα.
Οι πολιτικοί δεν εξελέγησαν για να γίνουν influencers. Εξελέγησαν για να κυβερνήσουν. Και όσο πιο γρήγορα το θυμηθούν, τόσο το καλύτερο για τους ίδιους, αλλά κυρίως για τη δημοκρατία.
