Υπάρχουν νόμοι που αλλάζουν διοικητικές διαδικασίες και υπάρχουν νόμοι που αλλάζουν κοινωνίες. Η νομιμοποίηση της άμβλωσης στην Ελλάδα, το καλοκαίρι του 1986, ανήκει αναμφίβολα στη δεύτερη κατηγορία. Δεν επρόκειτο απλώς για μια μεταρρύθμιση του Ποινικού Κώδικα ούτε για μια ακόμη κοινοβουλευτική αντιπαράθεση ανάμεσα στην κυβέρνηση και την αντιπολίτευση.
Ήταν η στιγμή κατά την οποία το ελληνικό κράτος αναγνώρισε ότι ένα ζήτημα που μέχρι τότε βρισκόταν στη σκιά της παρανομίας, της ενοχής και της κοινωνικής υποκρισίας δεν μπορούσε πλέον να αντιμετωπίζεται ως έγκλημα.
Μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του 1980, η πραγματικότητα ήταν γνωστή σε όλους, αλλά ελάχιστοι μιλούσαν γι’ αυτήν δημόσια. Οι αμβλώσεις πραγματοποιούνταν καθημερινά, παρά την ποινική απαγόρευση. Η διαφορά ήταν ότι γίνονταν χωρίς εγγυήσεις, χωρίς κρατικό έλεγχο και συχνά χωρίς ασφάλεια για τις ίδιες τις γυναίκες.

Η επίσημη πολιτεία διατηρούσε μια αυστηρή νομοθεσία, ενώ η κοινωνία είχε ήδη διαμορφώσει τους δικούς της άτυπους μηχανισμούς. Οι πιο εύπορες γυναίκες μπορούσαν να βρουν ιατρική βοήθεια σε ιδιωτικά ιατρεία. Οι λιγότερο προνομιούχες συχνά αναγκάζονταν να καταφύγουν σε επικίνδυνες λύσεις, με σοβαρές συνέπειες για την υγεία τους. Η απαγόρευση δεν απέτρεπε τις αμβλώσεις. Απλώς καθόριζε ποιες γυναίκες θα μπορούσαν να έχουν πρόσβαση σε ασφαλείς συνθήκες και ποιες όχι.
Η ψήφιση του νόμου το 1986 ήρθε σε μια περίοδο γενικότερων κοινωνικών μετασχηματισμών. Η Ελλάδα της Μεταπολίτευσης επιχειρούσε να επαναπροσδιορίσει τη θέση της γυναίκας στην οικογένεια, στην εργασία και στη δημόσια ζωή. Η κατάργηση της προίκας, η ισότητα των συζύγων στον οικογενειακό νόμο και η ενίσχυση των ατομικών δικαιωμάτων συνιστούσαν τμήματα της ίδιας ιστορικής διαδικασίας.
Η συζήτηση για την άμβλωση, ωστόσο, αποδείχθηκε από τις πιο έντονες. Για πολλούς πολίτες το ζήτημα αφορούσε την αυτοδιάθεση της γυναίκας. Για άλλους αφορούσε την προστασία της ανθρώπινης ζωής. Η σύγκρουση αυτών των δύο αντιλήψεων δημιούργησε ένα από τα πιο φορτισμένα πολιτικά και ηθικά πεδία της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας.
Εντυπωσιακό είναι ότι τέσσερις δεκαετίες αργότερα η συζήτηση δεν έχει κλείσει. Αντίθετα, σε πολλές χώρες του κόσμου επανέρχεται με νέα ένταση. Οι εξελίξεις στις Ηνωμένες Πολιτείες, οι περιορισμοί που έχουν επιβληθεί σε ορισμένα ευρωπαϊκά κράτη και η γενικότερη αναζωπύρωση συντηρητικών και προοδευτικών κινημάτων δείχνουν ότι το θέμα παραμένει βαθιά πολιτικό και κοινωνικό.

Στην Ελλάδα, το δικαίωμα στην άμβλωση εξακολουθεί να είναι κατοχυρωμένο. Ωστόσο, η ύπαρξη ενός νόμου δεν σημαίνει πάντοτε και απρόσκοπτη πρόσβαση σε αυτόν. Η συζήτηση γύρω από την αντίρρηση συνείδησης των γιατρών, τις ελλείψεις σε δημόσιες δομές υγείας και τις ανισότητες μεταξύ κέντρου και περιφέρειας αποδεικνύει ότι τα δικαιώματα κρίνονται όχι μόνο από τη νομοθεσία αλλά και από την εφαρμογή της. Σαράντα χρόνια μετά, ίσως το σημαντικότερο συμπέρασμα να είναι ότι η νομιμοποίηση της άμβλωσης δεν έδωσε οριστικές απαντήσεις. Άνοιξε όμως έναν δημόσιο χώρο όπου οι απαντήσεις μπορούν να αναζητούνται χωρίς φόβο, χωρίς παρανομία και χωρίς σιωπή. Και αυτό, ανεξάρτητα από τη θέση που μπορεί να έχει κανείς στο συγκεκριμένο ζήτημα, αποτελεί μια από τις σημαντικότερες κατακτήσεις μιας δημοκρατικής κοινωνίας.
