Αν κρίνει κανείς από τη γλώσσα που χρησιμοποιείται σήμερα για τις σχέσεις, το dating στη σύγχρονη εποχή μοιάζει λιγότερο με ρομαντική εμπειρία και περισσότερο με πεδίο συναισθηματικής σύγχυσης. Νέοι όροι εμφανίζονται διαρκώς για να περιγράψουν συμπεριφορές που, αν και δεν είναι πάντα καινούργιες, αποκτούν πλέον ονοματεπώνυμο και κυκλοφορούν ευρέως μέσα από τα social media και τις εφαρμογές γνωριμιών. Το αποτέλεσμα είναι ένα λεξιλόγιο που συχνά αποτυπώνει απογοήτευση, αβεβαιότητα και έλλειψη ουσιαστικής σύνδεσης.
Η αλήθεια είναι πως η πορεία της αγάπης ποτέ δεν υπήρξε απλή. Ωστόσο, στη ψηφιακή εποχή οι σχέσεις φαίνεται να έχουν αποκτήσει μια επιπλέον πολυπλοκότητα. Πολλοί άνθρωποι περιγράφουν την εμπειρία των ραντεβού ως μια διαρκή προσπάθεια πλοήγησης μέσα σε θολά όρια, μισές αλήθειες και εναλλακτικές επιλογές που βρίσκονται πάντα σε απόσταση ενός swipe. Δεν είναι τυχαίο ότι το λεξιλόγιο που γεννιέται από αυτή την πραγματικότητα τείνει προς το αρνητικό.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα του πώς αντιμετωπίζονται πλέον οι σχέσεις αποτελεί η πρόσφατη δημόσια συζήτηση που άνοιξε άρθρο της συγγραφέα Chanté Joseph στη Vogue, με τον προκλητικό τίτλο «Είναι ντροπιαστικό να έχεις αγόρι πλέον;». Στο κείμενό της, η Joseph αναφέρεται στην τάση αρκετών ετεροφυλόφιλων γυναικών να αποφεύγουν να προβάλλουν τη σχέση τους στα κοινωνικά δίκτυα, φοβούμενες ότι θα φανεί πως η ζωή τους περιστρέφεται γύρω από έναν σύντροφο. Όπως επισημαίνει, το να έχεις σχέση δεν θεωρείται πλέον επίτευγμα ή στοιχείο κοινωνικής επιβεβαίωσης· αντίθετα, η εργένικη ζωή παρουσιάζεται συχνά ως ένδειξη ανεξαρτησίας και δύναμης.
Η συζήτηση αυτή φωτίζει μια βαθύτερη αλλαγή στην αντίληψη της συναισθηματικής δέσμευσης και εξηγεί εν μέρει γιατί η σύγχρονη γλώσσα των σχέσεων χρειάζεται όλο και περισσότερους όρους. Οι λέξεις λειτουργούν ως εργαλεία για να περιγράψουν εμπειρίες που επαναλαμβάνονται, αλλά δύσκολα ορίζονται με σαφήνεια.
Το «benching», για παράδειγμα, περιγράφει την πρακτική του να κρατάς κάποιον «στον πάγκο»: του δίνεις αρκετή προσοχή ώστε να μη φύγει, αλλά ποτέ τόση ώστε να υπάρξει πραγματική δέσμευση. Παρόμοια είναι και το «breadcrumbing», όπου η επικοινωνία γίνεται αποσπασματικά, με μικρά «ψίχουλα» ενδιαφέροντος, χωρίς πρόθεση συνέχειας.
Υπάρχουν και πιο ακραίες συμπεριφορές, όπως το «cloaking», όπου κάποιος δεν εμφανίζεται καν σε ραντεβού και εξαφανίζεται πλήρως από κάθε ψηφιακό ίχνος. Το «cushioning» αφορά εκείνους που φλερτάρουν με τρίτους ενώ βρίσκονται ήδη σε σχέση, δημιουργώντας ένα συναισθηματικό «μαξιλάρι» για παν ενδεχόμενο. Το «dry begging» περιγράφει την έμμεση απαίτηση για προσοχή ή φροντίδα χωρίς ξεκάθαρη επικοινωνία, συχνά φορτίζοντας τον άλλον με ενοχές.
Άλλοι όροι αγγίζουν τη διαχείριση της εικόνας. Το «pocketing» αναφέρεται στην αποφυγή παρουσίασης του συντρόφου σε φίλους ή στα social media, ενώ το «throning» περιγράφει σχέσεις που βασίζονται περισσότερο στο κοινωνικό κύρος και την επιρροή παρά στη συναισθηματική σύνδεση. Το «shrekking», ίσως από τα πιο κυνικά παραδείγματα, αφορά το να συμβιβάζεται κανείς με έναν σύντροφο που δεν τον ελκύει πραγματικά, ελπίζοντας σε καλύτερη μεταχείριση ή σε μια αίσθηση υπεροχής.
Παρά τη σύγχρονη ορολογία, πολλά από αυτά τα φαινόμενα δεν είναι πρωτόγνωρα. Στο παρελθόν υπήρχαν άλλες μορφές χειραγώγησης, κοινωνικής πίεσης ή ανισορροπίας δύναμης στις σχέσεις, απλώς χωρίς τις σημερινές λέξεις. Η διαφορά είναι ότι σήμερα όλα αυτά συμβαίνουν σε ένα περιβάλλον συνεχούς σύγκρισης, υπερέκθεσης και άμεσων εναλλακτικών.
Τελικά, το στενάχωρο αυτό λεξικό δεν σημαίνει απαραίτητα ότι οι σχέσεις έχουν χειροτερέψει ανεπανόρθωτα. Δείχνει όμως πόσο έχει αλλάξει ο τρόπος με τον οποίο τις βιώνουμε, τις συζητάμε και τις ερμηνεύουμε. Κάθε γενιά καλείται να αντιμετωπίσει τις δικές της προκλήσεις· απλώς σήμερα, αυτές έχουν και hashtag.
Διαβάστε ακόμα: Η επέλαση του ορίου ηλικίας στο Ίντερνετ
