Life

Το τέλος της γερμανικής κατοχής

Η απευλεθέρωση της Αθήνας
Η απευλεθέρωση της Αθήνας

Ήταν Πέμπτη, 12 Οκτωβρίου 1944. Ένα λαμπερό, φθινοπωρινό πρωινό αγκάλιαζε την Αθήνα, όταν οι καμπάνες των εκκλησιών άρχισαν να χτυπούν χαρμόσυνα. Ο ήχος τους απλώθηκε από γειτονιά σε γειτονιά, καλώντας τους Αθηναίους να ξεχυθούν στους δρόμους και να πανηγυρίσουν τη λευτεριά τους. Η γερμανική κατοχή είχε τελειώσει. Ογδόντα ένα χρόνια πριν…

Στις τρεις Νοεμβρίου, ο τελευταίος Γερμανός-και μαζί του οι Βούλγαροι σύμμαχοί τους- είχαν εγκαταλείψει την ηπειρωτική Ελλάδα. Ήταν το τέλος μιας μαύρης τετραετίας που άφησε πίσω της πείνα, εκτελέσεις και βαθιές πληγές, αλλά και την αδιάκοπη φλόγα της αντίστασης.

Η αντίστροφη μέτρηση για το τέλος της Κατοχής είχε ξεκινήσει μήνες νωρίτερα, στις 6 Ιουνίου 1944, με την απόβαση των Συμμάχων στη Νορμανδία. Από τη Δύση προέλαυναν οι δυνάμεις των ΗΠΑ και της Μεγάλης Βρετανίας, ενώ από την Ανατολή οι Σοβιετικοί σφίγγαν τον κλοιό γύρω από το Γ΄ Ράιχ. Ήταν φανερό πως η ήττα της ναζιστικής Γερμανίας ήταν πια θέμα χρόνου.

Η απελευθέρωση της Αθήνας – Εθνική Πινακοθήκη

Στην Ελλάδα, η πολιτική σκηνή έβραζε. Η εξόριστη κυβέρνηση υπό τον Γεώργιο Παπανδρέου, που είχε αναλάβει από τον Απρίλιο του ’44, προσπαθούσε –με τη συνδρομή των Βρετανών– να προετοιμάσει την επόμενη μέρα. Με τις συμφωνίες του Λιβάνου και της Καζέρτας, οι αντάρτικες δυνάμεις του ΕΛΑΣ και του ΕΔΕΣ είχαν τεθεί υπό την ενιαία διοίκηση της κυβέρνησης, δημιουργώντας την ελπίδα μιας εθνικής ενότητας που όμως έμελλε να δοκιμαστεί σκληρά.

Το βράδυ της 11ης Οκτωβρίου, τα γερμανικά στρατεύματα άρχισαν να αποχωρούν από την Αθήνα με κατεύθυνση προς τον Βορρά. Το επόμενο πρωί, λίγοι Γερμανοί που είχαν απομείνει στην πόλη συγκεντρώθηκαν μπροστά στο Μνημείο του Άγνωστου Στρατιώτη. Σε μια σύντομη και βιαστική τελετή, ο στρατηγός Χέλμουτ Φέλμι, επικεφαλής των κατοχικών δυνάμεων, συνοδευόμενος από τον κατοχικό δήμαρχο Άγγελο Γεωργάτο, κατέθεσε στεφάνι – μια τελευταία πράξη πριν την αποχώρηση.

Λίγο αργότερα, στις 9:15 το πρωί, ένας Γερμανός στρατιώτης κατέβασε τη ναζιστική σημαία από τον Ιερό Βράχο της Ακρόπολης. Την πήρε στα χέρια του και απομακρύνθηκε σιωπηλά, σηματοδοτώντας το τέλος μιας σκοτεινής εποχής που διήρκεσε 1.625 ημέρες.

Και τότε η πόλη ξέσπασε.
Απ’ άκρη σ’ άκρη, οι δρόμοι πλημμύρισαν από πλήθος που κρατούσε στα χέρια τη γαλανόλευκη. Άνθρωποι αγκαλιάζονταν, φώναζαν «Χριστός Ανέστη», παιδιά σκαρφάλωναν στα τραμ και τραγουδούσαν τον Εθνικό Ύμνο. Ήταν το ξέσπασμα μιας λαχταριστής ελευθερίας, ύστερα από τριάμισι χρόνια σκλαβιάς και πόνου.

Μέχρι την άφιξη της κυβέρνησης στην πρωτεύουσα, η εξουσία ασκήθηκε προσωρινά από μια τριμελή επιτροπή: τους Θεμιστοκλή Τσάτσο, Φίλιππο Μανουηλίδη και Γιάννη Ζεύγο, με τη συνδρομή του αρχηγού της Αστυνομίας Άγγελου Έβερτ. Δύο ημέρες αργότερα, στην Αθήνα έφτασαν βρετανικά στρατεύματα υπό τον αντιστράτηγο Ρόναλντ Σκόμπι, που έγιναν δεκτά με ενθουσιασμό από το πλήθος.

Στις 18 Οκτωβρίου, ο Γεώργιος Παπανδρέου επέστρεψε στην ελεύθερη Αθήνα. Σε μια συγκινητική τελετή ύψωσε την ελληνική σημαία στην Ακρόπολη, ενώ λίγο αργότερα μίλησε από τον εξώστη του Υπουργείου Οικονομικών σε μια πλατεία Συντάγματος που έσφυζε από κόσμο.

Στην ομιλία του, με λόγο μεστό και συγκινητικό, παρουσίασε τις προθέσεις της κυβέρνησης: την αποκατάσταση της λαϊκής κυριαρχίας, την επίλυση του πολιτειακού ζητήματος μέσω δημοψηφίσματος και τη δίκαιη τιμωρία των συνεργατών των κατακτητών. Το πλήθος, ενθουσιασμένο αλλά και διχασμένο, φώναζε συνθήματα υπέρ του ΕΑΜ και της λαοκρατίας. Ο Παπανδρέου, προσπαθώντας να ισορροπήσει ανάμεσα στις αντίθετες παρατάξεις, απάντησε με τη φράση που έμεινε στην ιστορία: «Πιστεύομεν και εις την λαοκρατίαν».

Όμως, η χαρά της λευτεριάς αποδείχθηκε σύντομη. Πενήντα τρεις ημέρες αργότερα, τα όπλα ήχησαν ξανά στους δρόμους της Αθήνας. Ήταν ο Δεκέμβρης του 1944 – η αρχή μιας νέας, τραγικής σελίδας της νεότερης ελληνικής ιστορίας.

Διαβάστε ακόμα: Βενετία: Όταν τα βιβλία κλαίνε…

Newsletter Popup