Κάθε χρόνο, όταν πραγματοποιείται ένα Pride στην Ελλάδα, επαναλαμβάνεται σχεδόν η ίδια συζήτηση. «Γιατί χρειάζεται ακόμα;». «Αφού έχουν δικαιώματα». «Αφού η κοινωνία έχει προχωρήσει». Και ύστερα έρχεται ένα γεγονός που υπενθυμίζει γιατί η απάντηση δεν είναι τόσο απλή.
Τις τελευταίες ημέρες, ένα βίντεο φοιτήτριας από το Ρέθυμνο έγινε viral στο TikTok, συγκεντρώνοντας εκατομμύρια προβολές και χιλιάδες σχόλια. Η αφορμή ήταν η δημόσια κριτική της απέναντι στο τοπικό Pride, η ενόχλησή της για τη χρήση συμπεριληπτικής γλώσσας και οι αναφορές της σε συνθήματα που θεώρησε προσβλητικά για τη θρησκεία της.
Θα ήταν εύκολο να περιοριστεί η συζήτηση στο αν η ίδια έχει δίκιο ή άδικο. Στο αν οι τοποθετήσεις της ήταν ατυχείς, υπερβολικές ή προσβλητικές. Όμως το πραγματικό ενδιαφέρον βρίσκεται αλλού.
Βρίσκεται στην τεράστια απήχηση που είχε το περιεχόμενό της
Γιατί εκατομμύρια άνθρωποι δεν παρακολούθησαν απλώς ένα βίντεο. Παρακολούθησαν μια σύγκρουση δύο διαφορετικών αντιλήψεων για την κοινωνία. Από τη μία πλευρά, εκείνους που θεωρούν ότι τα ζητήματα ισότητας έχουν λυθεί σε μεγάλο βαθμό και ότι οι διεκδικήσεις της ΛΟΑΤΚΙ+ κοινότητας είναι πλέον υπερβολικές. Από την άλλη, όσους επιμένουν ότι η ορατότητα και η διεκδίκηση παραμένουν αναγκαίες ακριβώς επειδή οι προκαταλήψεις δεν έχουν εξαφανιστεί.
Το πιο χαρακτηριστικό στοιχείο αυτής της συζήτησης είναι ίσως μια φράση που ακούγεται ξανά και ξανά κάθε φορά που ανοίγει το θέμα: «Δεν έχω πρόβλημα με τους γκέι, αλλά…». Το «αλλά» είναι συνήθως το σημείο όπου αρχίζουν οι περιορισμοί. Να υπάρχουν, αλλά να μην προκαλούν. Να έχουν δικαιώματα, αλλά να μην τα διεκδικούν δημόσια. Να είναι αποδεκτοί, αλλά όχι πολύ ορατοί. Να ζουν ελεύθερα, αρκεί να μην υπενθυμίζουν στην υπόλοιπη κοινωνία ότι εξακολουθούν να υπάρχουν διακρίσεις.
Και ακριβώς εκεί βρίσκεται η ουσία των Pride
Δεν δημιουργήθηκαν ως γιορτές επειδή όλα πήγαν καλά. Δημιουργήθηκαν ως μορφές διεκδίκησης επειδή για δεκαετίες άνθρωποι αποκλείονταν, στιγματίζονταν ή φοβούνταν να ζήσουν ανοιχτά.
Η εικόνα μιας κοινωνίας που έχει ξεπεράσει τον ρατσισμό και την ομοφοβία συχνά καταρρέει όταν κοιτάξει κανείς λίγο πιο προσεκτικά την καθημερινότητα. Τα περιστατικά λεκτικής βίας, οι επιθέσεις, ο διαδικτυακός χλευασμός, οι διακρίσεις στον χώρο εργασίας ή ακόμη και μέσα στην οικογένεια εξακολουθούν να υπάρχουν.
Ίσως όχι με την ίδια ένταση που υπήρχαν πριν από είκοσι ή τριάντα χρόνια. Αλλά υπάρχουν.
Γι’ αυτό και το ζήτημα δεν είναι αν κάποιος συμφωνεί με κάθε σύνθημα που ακούγεται σε μια πορεία ή με κάθε μορφή έκφρασης ενός κινήματος. Σε μια δημοκρατική κοινωνία η διαφωνία είναι αυτονόητη. Το κρίσιμο ερώτημα είναι αν αναγνωρίζουμε ότι οι άνθρωποι που συμμετέχουν σε αυτές τις διεκδικήσεις εξακολουθούν να έχουν λόγους να το κάνουν.
Το βίντεο από το Ρέθυμνο δεν έγινε viral επειδή εξέφρασε μια μεμονωμένη άποψη. Έγινε viral επειδή έφερε στην επιφάνεια αντιλήψεις που εξακολουθούν να υπάρχουν σε ένα σημαντικό κομμάτι της κοινωνίας. Και ίσως αυτή να είναι η πιο ξεκάθαρη υπενθύμιση ότι η συζήτηση για την ισότητα δεν έχει τελειώσει. Όσο υπάρχουν άνθρωποι που αμφισβητούν την ανάγκη ορατότητας μιας ολόκληρης κοινότητας, τόσο θα υπάρχει και η ανάγκη για χώρους, κινήματα και εκδηλώσεις που θα υπενθυμίζουν πως η ισότητα δεν είναι κάτι που κατακτήθηκε οριστικά, αλλά κάτι που πρέπει να προστατεύεται καθημερινά.
