Η απόφαση του Άρειος Πάγος να μην ανασύρει από το αρχείο την υπόθεση των τηλεφωνικών υποκλοπών μέσω του λογισμικού Predator κλείνει τουλάχιστον θεσμικά ένα από τα πιο σκοτεινά κεφάλαια της σύγχρονης πολιτικής ζωής. Όμως το ερώτημα που αφήνει πίσω της δεν είναι νομικό. Είναι βαθιά δημοκρατικό.
Η απόφαση και το σκεπτικό
Ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου έκρινε ότι τα στοιχεία που τέθηκαν υπόψη του δεν συνιστούν «νέα δεδομένα», ικανά να δικαιολογήσουν την επανεξέταση της υπόθεσης, βάσει του άρθρου 43 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας. Με άλλα λόγια, η δικογραφία παραμένει στο αρχείο, καθώς –κατά την κρίση της Δικαιοσύνης– η υπόθεση έχει ήδη διερευνηθεί επαρκώς. Η απόφαση αυτή έρχεται παρά τις προηγούμενες εξελίξεις σε δικαστικό επίπεδο, όπου είχαν ανοίξει ερωτήματα για ενδεχόμενες ευθύνες και άλλων προσώπων, καθώς και για τη φύση των πράξεων που σχετίζονται με το Predator.
Οι αριθμοί των παρακολουθήσεων
Η υπόθεση των υποκλοπών δεν αφορά ένα μεμονωμένο περιστατικό. Αντιθέτως, σχετίζεται με ένα εκτεταμένο δίκτυο παρακολουθήσεων.
Σύμφωνα με στοιχεία που έχουν δει το φως της δημοσιότητας τα τελευταία χρόνια:
- Πάνω από 100 πρόσωπα φέρονται να είχαν στοχοποιηθεί μέσω κακόβουλων λογισμικών ή παρακολουθήσεων.
- Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται πολιτικοί, υπουργοί, δημοσιογράφοι και κρατικοί αξιωματούχοι.
- Σε ορισμένες περιπτώσεις, οι στόχοι συνδέονταν με κρίσιμους τομείς εθνικής ασφάλειας και διακυβέρνησης.
Οι αριθμοί αυτοί, ανεξαρτήτως της τελικής νομικής κατάληξης, αποτυπώνουν το εύρος μιας υπόθεσης που ξεπερνά τα όρια μιας «τυπικής» δικαστικής διερεύνησης.
Όταν οι υποθέσεις κλείνουν, τα ερωτήματα μένουν
Η αρχειοθέτηση μιας τέτοιας υπόθεσης δεν σημαίνει απαραίτητα και την κοινωνική της λήξη. Αντιθέτως, σε πολλές περιπτώσεις λειτουργεί ως αφετηρία αμφισβήτησης.
Γιατί όταν μια υπόθεση που αγγίζει:
- την ιδιωτικότητα των πολιτών,
- τη λειτουργία των θεσμών,
- και την πιθανή κατάχρηση εξουσίας,
- καταλήγει στο αρχείο, τότε η εμπιστοσύνη προς τη Δικαιοσύνη και το πολιτικό σύστημα δοκιμάζεται.
Ένα ευρύτερο μοτίβο;
Η συγκεκριμένη απόφαση επαναφέρει μια ευρύτερη συζήτηση που απασχολεί την κοινή γνώμη: πόσο συχνά σοβαρές υποθέσεις οδηγούνται στο αρχείο χωρίς πλήρη διαλεύκανση; Από καταγγελίες για κακοποιητικές συμπεριφορές μέχρι οικονομικά σκάνδαλα και υποθέσεις που αφορούν πολιτικά πρόσωπα, υπάρχει μια διάχυτη αίσθηση ότι ορισμένες υποθέσεις δεν φτάνουν ποτέ μέχρι τέλους. Αυτή η αίσθηση ανεξαρτήτως του τι ισχύει νομικά– έχει πραγματικές συνέπειες: διαβρώνει την εμπιστοσύνη των πολιτών και ενισχύει την πεποίθηση ότι δεν είναι όλοι ίσοι απέναντι στον νόμο.
Δημοκρατία και λογοδοσία
Η δημοκρατία δεν απειλείται μόνο από θεαματικές κρίσεις. Απειλείται και από τη σταδιακή φθορά της εμπιστοσύνης στους θεσμούς.
Όταν μεγάλες υποθέσεις κλείνουν χωρίς σαφείς απαντήσεις, το πρόβλημα δεν είναι μόνο νομικό. Είναι πολιτικό και θεσμικό. Γιατί η λογοδοσία δεν είναι τυπική διαδικασία είναι θεμέλιο της δημοκρατίας. Η υπόθεση των υποκλοπών μπορεί να μπήκε στο αρχείο. Το ερώτημα όμως παραμένει ανοιχτό: Μπορεί μια δημοκρατία να αισθάνεται ασφαλής, όταν τέτοιες υποθέσεις τελειώνουν χωρίς πλήρη διαφάνεια;
Διαβάστε επίσης: Μπορεί το Tinder να ξανακερδίσει τις γυναίκες; Η κρίση, οι αλλαγές και το μεγάλο στοίχημα
