Opinions

Αν ο Μαζωνάκης ήταν ο «Τρελαντώνης», τι θα γινόταν;

Γιώργος Μαζωνάκης
Γιώργος Μαζωνάκης

Όταν η κοινωνία κλείνει τα μάτια: Ψυχική ασθένεια, ταμπού και οι σκιές της ακούσιας νοσηλείας

Η ψυχική ασθένεια παραμένει, ακόμα και σήμερα, ένα από τα πιο βαριά ταμπού της ελληνικής κοινωνίας. Παρά την πρόοδο της επιστήμης και τις εκστρατείες ενημέρωσης, εξακολουθεί να αντιμετωπίζεται με φόβο, αμηχανία και πολλές φορές με χλευασμό. Από την κατάθλιψη μέχρι τις σοβαρότερες διαταραχές, οι άνθρωποι που νοσούν συχνά κρύβουν την αλήθεια από τους οικείους τους, φοβούνται να ζητήσουν βοήθεια ή στιγματίζονται από το περιβάλλον τους. Η σιωπή αυτή δεν είναι τυχαία· είναι το αποτέλεσμα ενός κοινωνικού μηχανισμού που επί δεκαετίες «κρύβει» τον ψυχικά πάσχοντα στο περιθώριο, αντί να του προσφέρει φροντίδα και αποδοχή.

Η πρόσφατη υπόθεση του Γιώργου Μαζωνάκη έφερε ξανά στο προσκήνιο όλα όσα η κοινωνία αποφεύγει να συζητήσει ανοιχτά. Ο δημοφιλής τραγουδιστής εισήχθη ακούσια στο Δρομοκαΐτειο Ψυχιατρικό Νοσοκομείο στις 14 Αυγούστου 2025, κατόπιν εισαγγελικής παραγγελίας και με τη σύμφωνη γνώμη μελών της οικογένειάς του. Ο ίδιος κατήγγειλε ότι εγκλείστηκε χωρίς τη θέλησή του, μιλώντας για «παράνομο εγκλεισμό» και υποστηρίζοντας ότι η κίνηση αυτή έγινε μεθοδευμένα για να τον πλήξει. Σε δημοσιογραφικά ρεπορτάζ υπονοήθηκε ή λέχθηκε ευθέως ότι η απόφαση του εισαγγελέα σχετιζόταν με ψυχικές διαταραχές λόγω χρήσης ουσιών. Ο Γιώργος Μαζωνάκης προχώρησε σε μηνύσεις εναντίον ορισμένων μελών της οικογένειάς του και η υπόθεση είναι σε εξέλιξη με συνεχείς αποκαλύψεις…

Όλα τα φώτα και τα βλέμματα στράφηκαν σε αυτή την είδηση γιατί μιλάμε για τον Γιώργο Μαζωνάκη κι όχι για τον Τρελαντώνη του χωριού, μιλάμε για έναν άνθρωπο ιδιαίτερα αγαπητό και αποδεκτό στην κοινωνία μας, ο οποίος δήλωσε κατά της έξοδό του από το δικαστήριο ότι θέλει να αναδείξει και κοινωνικά το θέμα. Κάποιοι μεν έστρεψαν το βλέμμα τους για σκανδαλοθηρία και κουτσομπολιό, οι περισσότεροι δε για να στηρίξουν τον “δικό τους Γιώργο”. Πόσες φορές αυτό συμβαίνει στον διπλανό μας; Συνήθως, δεν ασχολούμαστε καν.

Έτσι, άνοιξε μια μεγάλη συζήτηση γύρω από το κατά πόσο η διαδικασία της ακούσιας νοσηλείας εφαρμόζεται με διαφάνεια και σεβασμό στα δικαιώματα του ασθενούς και κατά πόσο η εφαρμογή της συχνά απέχει από το πνεύμα του νόμου. Υπάρχουν καταγγελίες για καταχρηστική χρήση του θεσμού, ακόμη και προσφυγές στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, που έχει κατά καιρούς καταδικάσει την Ελλάδα. Η Επιτροπή για την Πρόληψη των Βασανιστηρίων (CPT) του Συμβουλίου της Ευρώπης έχει επισκεφθεί την Ελλάδα και έχει εκφράσει πολλές ανησυχίες σχετικά με τον τρόπο διεξαγωγής και τις συνθήκες ακούσιας νοσηλείας και τόνισε τη σημασία της τήρησης των διαδικαστικών εγγυήσεων για την προστασία των δικαιωμάτων των ατόμων που υποβάλλονται σε ακούσια νοσηλεία αναφερόμενο σε συγκεκριμένα ελληνικά ιδρύματα.


Ο Συνήγορος του Πολίτη αλλά και ο Άρειος Πάγος έχουν επισημάνει σοβαρές πλημμέλειες: ασθενείς που δεν ενημερώνονται για τα δικαιώματά τους, μεταφορές με αστυνομικές δυνάμεις χωρίς εξήγηση, παρατεταμένοι εγκλεισμοί λόγω καθυστερήσεων στη δικαστική διαδικασία. Υπάρχουν περιπτώσεις ανθρώπων που κρατήθηκαν για μήνες χωρίς επαρκές νομικό έρεισμα. Πρόκειται για έναν θεσμό που, ενώ θα έπρεπε να ενεργοποιείται με φειδώ και ευαισθησία, συχνά μετατρέπεται σε μια τραυματική εμπειρία, που προσβάλλει την προσωπική ελευθερία και την ανθρώπινη αξιοπρέπεια.

Σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε το News247, τα ποσοστά ακούσιων νοσηλειών στην Αττική αγγίζουν το 57%, ποσοστό που καθιστά την Ελλάδα «πρωταθλήτρια» στην Ευρώπη. Σε πολλές περιπτώσεις, η εισαγωγή γίνεται με συνοδεία αστυνομίας, γεγονός που για τον πάσχοντα ισοδυναμεί με στιγματισμό και ταπείνωση. Δεν είναι λίγοι εκείνοι που υποστηρίζουν ότι το πλαίσιο επιτρέπει «παραθυράκια», τα οποία συγγενείς ή τρίτοι μπορεί να εκμεταλλευτούν για ίδιον όφελος.

«Η τρέλα δεν πάει στα βουνά» γιατί την κάναμε να κρύβεται…

Κι όμως, πέρα από τις διαδικασίες, το πραγματικό πρόβλημα παραμένει η στάση της κοινωνίας. Στην καθημερινή μας γλώσσα κουβαλάμε εκφράσεις που, χωρίς να το συνειδητοποιούμε, ενισχύουν το στίγμα. Όσο αστείο ή “ελαφρύ” κι αν μας φαίνεται, εκφράσεις όπως «ο σχιζοφρενής δολοφόνος με το πριόνι» μέχρι το «η τρέλα δεν πάει στα βουνά» και το να χαρακτηρίζουμε κάθε εγκληματία «μανιακό», η ψυχική ασθένεια παρουσιάζεται ως κάτι απόλυτα επικίνδυνο, απειλητικό, σχεδόν ταυτόσημο με τη βία, χρησιμοποιώντας ιατρικούς όρους που μπορεί να μην έχουν καμία σχέση με την πραγματικότητα. Σπάνια μιλάμε για τον άνθρωπο που δίνει μάχη με την κατάθλιψη, για εκείνον που παλεύει να ελέγξει τις κρίσεις άγχους του ή για τον άνθρωπο που προσπαθεί να ζήσει με διπολική διαταραχή. Συνήθως, κοιτάμε αυτούς τους ανθρώπους με λύπηση, άλλοτε με μισό μάτι και με φόβο σαν να πρόκειται να μας βλάψουν και τους αποφεύγουμε διακριτικά ή μη.

Αυτή η αντίληψη όμως έχει πραγματικές συνέπειες. Όταν ένας άνθρωπος βιώνει συμπτώματα, πολλές φορές η ντροπή και ο φόβος τον κρατούν μακριά από την διερεύνηση και αντιμετώπισή τους, από το να το μοιραστούν με τους οικείους τους και ακόμα καλύτερα να ζητήσουν βοήθεια από γιατρό. Έρευνες στην Ελλάδα έχουν δείξει ότι πολλοί πάσχοντες καθυστερούν να ζητήσουν βοήθεια ή δεν την αναζητούν ποτέ, ακριβώς επειδή φοβούνται την κοινωνική κατακραυγή. Έτσι, η ασθένεια μένει χωρίς θεραπεία, συχνά επιδεινώνεται και οδηγεί σε κρίσεις που θα μπορούσαν να είχαν αποφευχθεί με έγκαιρη παρέμβαση. Ένα άλλο σοβαρό θέμα είναι ότι θα έπρεπε να παρέχεται δωρεάν από το κράτος η ψυχική βοήθεια και να μην αποτελεί είδος πολυτέλειας. Να έχουν εύκολη πρόσβαση οι πολίτες σε παιδοψυχολόγους, ψυχολόγους, ψυχιάτρους, ολοκληρωμένες και πλήρως στελεχωμένες δομές υποστήριξης.

Η ψυχική ασθένεια δεν είναι επιλογή, ούτε ντροπή

Η ψυχική ασθένεια δεν είναι επιλογή, ούτε ντροπή. Είναι μια πραγματικότητα που αφορά χιλιάδες ανθρώπους γύρω μας – γείτονες, συναδέλφους, φίλους, συγγενείς. Η κοινωνία όμως, αντί να σταθεί δίπλα τους, συχνά τους απομονώνει. Τους αντιμετωπίζει σαν βάρος ή, ακόμα χειρότερα, σαν απειλή. Το αποτέλεσμα είναι ένας φαύλος κύκλος: όσο πιο πολύ τους περιθωριοποιούμε, τόσο πιο δύσκολο γίνεται να αναζητήσουν βοήθεια και να επανενταχθούν.

Η υπόθεση του Γιώργου Μαζωνάκη μπορεί να είναι διαφορετική σε πολλά σημεία από την καθημερινότητα ενός απλού ανθρώπου, όμως λειτούργησε σαν μεγεθυντικός φακός. Έφερε στην επιφάνεια το πόσο εύθραυστη είναι η γραμμή ανάμεσα στην προστασία και στην κατάχρηση εξουσίας, το πόσο γρήγορα μια διαδικασία μπορεί να μετατραπεί σε εργαλείο κοινωνικού ή οικογενειακού ελέγχου. Και κυρίως, μας υπενθύμισε ότι πίσω από κάθε «υπόθεση» υπάρχει ένας άνθρωπος που δικαιούται σεβασμό.

Αν θέλουμε πραγματικά να μιλήσουμε για ψυχική υγεία, πρέπει να ξεκινήσουμε από εμάς τους ίδιους: από τις λέξεις που χρησιμοποιούμε, από τον τρόπο που αντιμετωπίζουμε τον συνάδελφο που δυσκολεύεται, τον γείτονα που κλείνεται στον εαυτό του, τον συγγενή που ζητά βοήθεια. Πρέπει να διεκδικήσουμε ένα σύστημα που θα λειτουργεί με διαφάνεια και αξιοπρέπεια, χωρίς σκιές και καταχρήσεις. Η ψυχική ασθένεια δεν είναι αστείο, δεν είναι ταμπού, δεν είναι έγκλημα. Είναι μια ανθρώπινη εμπειρία που αξίζει κατανόηση και στήριξη. Και όσο εμείς, ως κοινωνία, συνεχίζουμε να κλείνουμε τα μάτια, τόσο θα διαιωνίζουμε το στίγμα που πληγώνει και απομονώνει. Ίσως ήρθε η ώρα να τα ανοίξουμε – όχι μόνο για να δούμε, αλλά για να σταθούμε πραγματικά δίπλα σε εκείνους που το έχουν ανάγκη.

Διαβάστε ακόμα: «Κρατάμε την ανάσα μας» μέχρι το επόμενο σεξιστικό σχόλιο…

*Η κεντρική φωτογραφία είναι από το Instagram του Γιώργου Μαζωνάκη

Η Δανάη Φαίδρα Θωμαΐδου είναι δημοσιογράφος. Από το 2006 μέχρι σήμερα εργάζεται σε τηλεοπτικές εκπομπές ή δελτία ειδήσεων, αναλαμβάνοντας τις συνεντεύξεις, το ρεπορτάζ και την επιμέλεια των βίντεο (μοντάζ). Έχει αρθρογραφήσει σε site και έντυπο περιοδικό. Έχει παρακολουθήσει σεμινάρια-εργαστήρια voice acting, μεταγλώττισης, ορθοφωνίας, αυτοσχεδιαστικού θεάτρου και δημιουργικής γραφής. Ψάχνοντας τρόπους να διοχετεύσει δημιουργικά την ιδιαίτερη αγάπη της σε ό,τι σχετίζεται με τη φωνή και την εκφραστικότητα, έχει ασχοληθεί με μεταγλωττίσεις, εκφωνήσεις ραδιοφωνικών σποτ και την αφήγηση βιβλίου (audiobook).
Newsletter Popup