Πολλές χώρες, ανάμεσά τους και η Ελλάδα, περιορίζουν τη χρήση social media από παιδιά και εφήβους. Πόσο εύκολο είναι όμως να εφαρμοστούν τέτοιοι νόμοι στην πράξη;
Οι πρόσφατες αποφάσεις πολλών κρατών –μεταξύ αυτών και η Ελλάδα– να επιβάλουν περιορισμούς ή ακόμη και απαγορεύσεις στη χρήση των social media από παιδιά και εφήβους γεννούν έντονο προβληματισμό τόσο για την αποτελεσματικότητά τους όσο και για τη δυνατότητα εφαρμογής τους στην πράξη.
Η αφετηρία είναι σαφής: οι κυβερνήσεις προσπαθούν να προστατεύσουν τους ανηλίκους από τις αρνητικές επιπτώσεις της υπερβολικής έκθεσης στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, όπως ο εθισμός, η επιδείνωση της ψυχικής υγείας, το cyberbullying και η συλλογή προσωπικών δεδομένων. Ωστόσο, το πέρασμα από τη θεωρία στην πράξη δεν είναι απλό.
Το βασικό ζήτημα είναι η επαλήθευση ηλικίας. Οι περισσότερες πλατφόρμες απαιτούν ήδη ελάχιστη ηλικία (συνήθως 13 έτη), αλλά η εφαρμογή του κανόνα είναι σχεδόν ανύπαρκτη, καθώς οι χρήστες μπορούν εύκολα να δηλώσουν ψευδή ημερομηνία γέννησης. Ακόμη και αν νομοθετηθεί αυστηρή επαλήθευση, π.χ. μέσω κρατικών εφαρμογών ή ψηφιακής ταυτότητας, τίθενται σοβαρά ερωτήματα για την προστασία προσωπικών δεδομένων και για το ποιος θα διαχειρίζεται αυτά τα ευαίσθητα στοιχεία. Σε χώρες με έντονη ανησυχία για την ιδιωτικότητα, όπως τα κράτη της Ε.Ε., η μαζική συλλογή και διασταύρωση δεδομένων ανηλίκων μπορεί να προκαλέσει κοινωνικές και νομικές αντιδράσεις.
Ακόμη κι αν μια χώρα θεσπίσει αυστηρή απαγόρευση, οι μεγάλες πλατφόρμες λειτουργούν σε παγκόσμιο επίπεδο. Ένα παιδί μπορεί να χρησιμοποιήσει VPN, να δημιουργήσει λογαριασμό σε άλλη χώρα ή να μετακινηθεί σε λιγότερο ρυθμιζόμενες υπηρεσίες. Οι εταιρείες τεχνολογίας έχουν συμφέρον να διατηρήσουν το κοινό τους και συνήθως αντιστέκονται σε περιορισμούς, ενώ οι κυβερνήσεις δυσκολεύονται να επιβάλουν πρόστιμα σε πολυεθνικές με τεράστια νομικά επιτελεία.

Ακόμη και αν η τεχνολογία ταυτοποίησης προχωρήσει, η γονική συναίνεση παραμένει κρίσιμη. Σε χώρες όπως η Γαλλία, η απαίτηση γονικής έγκρισης κάτω των 15 ετών μπορεί να λειτουργήσει μόνο αν οι γονείς είναι πρόθυμοι και ικανοί να ελέγχουν τις ψηφιακές συνήθειες των παιδιών. Πολλές οικογένειες, όμως, δεν έχουν τον χρόνο ή τα ψηφιακά εργαλεία για να ασκήσουν αποτελεσματική εποπτεία. Υπάρχει επίσης ο κίνδυνος κοινωνικών ανισοτήτων: παιδιά από πιο ευάλωτα περιβάλλοντα μπορεί να παραμένουν περισσότερο εκτεθειμένα, ενώ άλλα να προστατεύονται καλύτερα.
Τέλος, πρέπει να υπολογιστεί και το κοινωνικό αποτέλεσμα. Μια αυστηρή απαγόρευση μπορεί να οδηγήσει σε φαινόμενο «απαγορευμένου καρπού», αυξάνοντας δηλαδή την περιέργεια και ωθώντας τα παιδιά να βρουν παράνομους τρόπους πρόσβασης. Η πραγματική λύση πιθανότατα δεν είναι μια μονομερής απαγόρευση, αλλά ένας συνδυασμός ενημέρωσης, εκπαίδευσης ψηφιακού γραμματισμού και ήπιων τεχνολογικών περιορισμών, όπως όρια χρόνου και ενισχυμένοι γονικοί έλεγχοι.
Συμπερασματικά, οι κυβερνήσεις έχουν δίκιο να ανησυχούν για την επίδραση των social media στους ανηλίκους. Ωστόσο, χωρίς διεθνή συνεργασία, προηγμένα αλλά και ασφαλή συστήματα επαλήθευσης ηλικίας, καθώς και ενεργή συμμετοχή των γονιών, οι απαγορεύσεις κινδυνεύουν να παραμείνουν περισσότερο συμβολικές παρά ουσιαστικές. Η προστασία των παιδιών απαιτεί συνεχή διάλογο, τεχνολογική και παιδαγωγική καινοτομία, όχι απλώς νομικές απαγορεύσεις. Γιατί όλοι ξέρουμε πώς λειτουργεί το «μη» σε ένα παιδί, σε κάθε παιδί…
Διαβάστε ακόμα: Μπριζίτ, γιατί να αποδείξεις ότι δεν είσαι ελέφαντας;
