Κάθε επέτειος της Αποκατάστασης της Δημοκρατίας συνοδεύεται από την ίδια συζήτηση: σε τι κατάσταση βρίσκεται σήμερα η δημοκρατία μας; Η απάντηση δεν είναι μονοσήμαντη, γιατί εξαρτάται από το κριτήριο με το οποίο την αξιολογεί κανείς. Αν το βλέμμα στραφεί στην αποτελεσματικότητα του κράτους, στην ποιότητα των δημόσιων υπηρεσιών ή στην εμπιστοσύνη των πολιτών προς τους θεσμούς, οι αδυναμίες είναι εμφανείς. Αν όμως το βασικό μέτρο είναι η ανθεκτικότητα του πολιτεύματος απέναντι στις κρίσεις, τότε η εικόνα είναι πολύ διαφορετική.
Η μεταπολιτευτική δημοκρατία πέρασε δοκιμασίες που λίγα ευρωπαϊκά κράτη γνώρισαν τόσο έντονα. Η οικονομική κρίση ανέτρεψε ζωές, διεύρυνε τις κοινωνικές ανισότητες και τροφοδότησε έντονη πολιτική οργή. Ακολούθησε ένα δημοψήφισμα που δίχασε βαθιά την κοινωνία, ενώ η άνοδος ακραίων πολιτικών δυνάμεων δημιούργησε εύλογες ανησυχίες για τη σταθερότητα του συστήματος. Παρ’ όλα αυτά, οι θεσμοί δεν κατέρρευσαν. Η χώρα συνέχισε να λειτουργεί μέσα στο συνταγματικό της πλαίσιο και η πολιτική ομαλότητα διατηρήθηκε.
Αυτό, βέβαια, δεν σημαίνει ότι όλα λειτουργούν όπως θα έπρεπε. Η δημοκρατία δεν είναι ποτέ ένα ολοκληρωμένο έργο. Η ανεξαρτησία των θεσμών αμφισβητείται συχνά, η πολιτική αντιπαράθεση γίνεται ολοένα πιο επιθετική και η εμπιστοσύνη προς τη Δικαιοσύνη, τα πολιτικά κόμματα, τα μέσα ενημέρωσης και το ίδιο το κράτος παρουσιάζει σημαντική φθορά. Πρόκειται για προβλήματα υπαρκτά, που δεν μπορούν να αγνοηθούν.
Η ουσία, όμως, βρίσκεται αλλού. Η ποιότητα μιας δημοκρατίας δεν κρίνεται από την απουσία προβλημάτων, αλλά από την ικανότητά της να τα διαχειρίζεται χωρίς να εγκαταλείπει τις θεμελιώδεις αρχές της. Οι δημοκρατίες δεν αποδεικνύουν την αξία τους όταν όλα κυλούν ομαλά, αλλά όταν αντέχουν την πίεση, την κρίση και τη διαφωνία χωρίς να διολισθαίνουν στον αυταρχισμό.
Η μεγαλύτερη κατάκτηση της Μεταπολίτευσης είναι ίσως ακριβώς αυτή. Εδώ και μισό αιώνα, η πολιτική εξουσία αλλάζει αποκλειστικά μέσα από εκλογές. Οι κυβερνήσεις εκλέγονται και αποχωρούν με δημοκρατικές διαδικασίες, χωρίς εκτροπές, στρατιωτικές παρεμβάσεις ή αμφισβήτηση του πολιτεύματος. Σήμερα αυτό μοιάζει αυτονόητο. Για όποιον, όμως, γνωρίζει την ελληνική ιστορία, μόνο αυτονόητο δεν είναι. Είναι ίσως το σημαντικότερο επίτευγμα της μεταπολιτευτικής περιόδου.
Ωστόσο, η δημοκρατία δεν εξαντλείται στις εκλογές. Η ποιότητά της αποτυπώνεται κυρίως στην καθημερινή πολιτική συμπεριφορά. Στο κατά πόσο οι πολίτες και οι πολιτικές δυνάμεις μπορούν να διαφωνούν χωρίς να αντιμετωπίζουν ο ένας τον άλλον ως εχθρό της δημοκρατίας ή της πατρίδας. Σε αυτό το επίπεδο εξακολουθούμε να κουβαλάμε βαριά ιστορικά φορτία. Η κυβέρνηση συχνά θεωρεί την αντιπολίτευση περίπου επικίνδυνη, ενώ η αντιπολίτευση αντιμετωπίζει την κυβέρνηση ως περίπου παράνομη. Πρόκειται περισσότερο για έλλειμμα πολιτικής κουλτούρας παρά για πρόβλημα θεσμών, μια νοοτροπία που εξακολουθεί να επηρεάζεται από τις διαιρέσεις του παρελθόντος.
Η επόμενη μεγάλη πρόκληση για τη δημοκρατία δεν είναι απλώς να συνεχίσει να επιβιώνει, αλλά να ενισχύσει την ποιότητά της. Αυτό προϋποθέτει περισσότερη λογοδοσία, μεγαλύτερη διαφάνεια και κυρίως μια διαφορετική σχέση ανάμεσα στον πολίτη και το κράτος. Όταν ο πολίτης αισθανθεί ότι το κράτος λειτουργεί ως θεσμός που υπηρετεί το δημόσιο συμφέρον και όχι ως αντίπαλος ή εμπόδιο, τότε θα έχει ενισχυθεί και η ίδια η δημοκρατία.
Σήμερα η δημοκρατία στην Ελλάδα δύσκολα απειλείται από μια θεαματική ανατροπή. Οι πραγματικοί κίνδυνοι είναι πιο ύπουλοι. Βρίσκονται στη σταδιακή αποδυνάμωση της εμπιστοσύνης προς τους θεσμούς, στην απαξίωση της δημόσιας ζωής και στην καχυποψία που μετατρέπεται εύκολα σε κοινωνικό διχασμό. Ο αυταρχισμός δεν εμφανίζεται πάντα με τη μορφή ενός πραξικοπήματος. Μπορεί να αναπτυχθεί μέσα στις ίδιες τις κοινωνίες, όταν η καχυποψία απέναντι στον συμπολίτη αντικαθιστά την εμπιστοσύνη που αποτελεί το θεμέλιο κάθε δημοκρατικής συμβίωσης.
