Opinions

Η Νέα Δημοκρατία κερδίζει από τον κατακερματισμό των αντιπάλων της

Three businessmen in dark suits shake hands outdoors, with a stone wall and greenery in the background.

Το παράδοξο της ελληνικής πολιτικής σκηνής είναι ότι η κοινωνική δυσαρέσκεια δεν μεταφράζεται αυτομάτως σε εκλογική ανατροπή. Μπορεί οι δημοσκοπήσεις να καταγράφουν έντονη κριτική προς την κυβέρνηση, μπορεί η ακρίβεια να πιέζει τα νοικοκυριά και οι υποθέσεις που τραυμάτισαν το κυβερνητικό προφίλ να συσσωρεύονται, ωστόσο η Νέα Δημοκρατία εξακολουθεί να διατηρεί σαφές προβάδισμα.

Το φαινόμενο δεν είναι καινούργιο. Το 2023 πολλοί θεωρούσαν ότι η κυβέρνηση είχε φτάσει στα όριά της. Η τραγωδία των Τεμπών, οι αποκαλύψεις για τις παρακολουθήσεις και το κλίμα γενικευμένης φθοράς είχαν δημιουργήσει την εντύπωση ότι επίκειται πολιτική αλλαγή. Στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης κυριαρχούσε η βεβαιότητα της ήττας του Κυριάκου Μητσοτάκη. Όταν όμως άνοιξαν οι κάλπες, η πραγματικότητα αποδείχθηκε εντελώς διαφορετική.

Η εξήγηση βρίσκεται λιγότερο στη δύναμη της κυβέρνησης και περισσότερο στην αδυναμία των αντιπάλων της να πείσουν ότι μπορούν να κυβερνήσουν αποτελεσματικά. Οι πολίτες δεν ψηφίζουν μόνο με βάση τη δυσαρέσκεια που νιώθουν. Ψηφίζουν και με βάση το ποιος θεωρούν ότι μπορεί να διαχειριστεί την επόμενη ημέρα.

Σήμερα η κυβέρνηση κουβαλά ακόμη περισσότερα βάρη. Η υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ, οι κατηγορίες για παρεμβάσεις στη Δικαιοσύνη, οι καταγγελίες περί αλαζονείας και κυρίως η αίσθηση ότι το κόστος ζωής έχει ξεφύγει από τον έλεγχο, δημιουργούν ένα περιβάλλον πίεσης. Παρ’ όλα αυτά, η δημοσκοπική εικόνα δεν δείχνει κατάρρευση.

Ο λόγος είναι ότι η ελληνική κοινωνία δεν αντιδρά ως ενιαίο σώμα. Υπάρχουν διαφορετικές κοινωνικές πραγματικότητες. Ένα τμήμα των πολιτών αισθάνεται ότι τα τελευταία χρόνια έχει βελτιώσει τη θέση του ή τουλάχιστον ότι δεν έχει λόγο να ρισκάρει μια αλλαγή πορείας. Αυτή η κατηγορία πολιτών αναζητά πρωτίστως σταθερότητα και προβλεψιμότητα. Και προς το παρόν θεωρεί ότι η Νέα Δημοκρατία εξακολουθεί να αποτελεί τον ασφαλέστερο φορέα αυτών των χαρακτηριστικών.

Στον αντίποδα βρίσκεται ένα πολύ μεγαλύτερο κομμάτι της κοινωνίας που πιέζεται οικονομικά ή βρίσκεται σε κατάσταση ανασφάλειας. Ωστόσο αυτή η δυσαρέσκεια δεν συγκεντρώνεται πολιτικά σε έναν ενιαίο πόλο. Διαχέεται σε πολλά κόμματα, διαφορετικές ιδεολογικές κατευθύνσεις και ετερόκλητες πολιτικές προτάσεις. Έτσι, ενώ αριθμητικά οι δυσαρεστημένοι είναι περισσότεροι, εκλογικά εμφανίζονται διασπασμένοι.

Αυτό εξηγεί γιατί το πρώτο κόμμα δεν χρειάζεται να εκφράζει την πλειοψηφία της κοινωνίας για να κυριαρχεί. Αρκεί να συγκεντρώνει το πιο συμπαγές και συνεκτικό ακροατήριο.

Το μεγάλο πρόβλημα για την αντιπολίτευση είναι ότι δεν έχει καταφέρει να μετατρέψει την κοινωνική κριτική σε πειστική εναλλακτική πρόταση εξουσίας. Τα περισσότερα κόμματα επενδύουν στην καταγγελία, στην αγανάκτηση και στην ανάδειξη σκανδάλων. Αυτή η στρατηγική μπορεί να ενισχύει τη διαμαρτυρία, δεν αρκεί όμως για να δημιουργήσει κυβερνητική προοπτική.

Η συζήτηση για την επόμενη ημέρα συνδέεται αναπόφευκτα με τα πρόσωπα. Το ΠΑΣΟΚ επιχειρεί να παρουσιαστεί ως ο βασικός αντίπαλος της κυβέρνησης, χωρίς μέχρι στιγμής να έχει καταφέρει να πείσει ότι μπορεί να διεκδικήσει με αξιώσεις την εξουσία. Την ίδια στιγμή, η πιθανή επιστροφή του Αλέξη Τσίπρα στο πολιτικό προσκήνιο αναζωπυρώνει σενάρια και ανακατατάξεις.

Για τη Νέα Δημοκρατία, ένας Τσίπρας στο κέντρο της πολιτικής αντιπαράθεσης θα μπορούσε να λειτουργήσει και ως εργαλείο συσπείρωσης. Η μνήμη της περιόδου διακυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ εξακολουθεί να ενεργοποιεί αντανακλαστικά σε σημαντικό τμήμα των κεντρώων και συντηρητικών ψηφοφόρων. Από την άλλη πλευρά, ο πρώην πρωθυπουργός παραμένει ίσως το μοναδικό πρόσωπο του προοδευτικού χώρου με αποδεδειγμένη ικανότητα να κινητοποιεί μεγάλα ακροατήρια.

Το ερώτημα δεν είναι αν υπάρχει κοινωνική δυσαρέσκεια. Αυτή είναι δεδομένη. Το πραγματικό ερώτημα είναι ποιος θα καταφέρει να τη μετατρέψει σε πλειοψηφικό πολιτικό ρεύμα. Μέχρι σήμερα κανείς δεν το έχει πετύχει. Και όσο αυτό δεν συμβαίνει, η κυβέρνηση διατηρεί το σημαντικότερο πολιτικό της πλεονέκτημα: την απουσία ενός αντιπάλου που να πείθει ότι μπορεί να την αντικαταστήσει.

Newsletter Popup