Κάθε φορά που ένα μεγάλο έργο, όπως η Οδύσσεια, επιστρέφει στην επικαιρότητα, επανέρχεται και η ίδια συζήτηση. Πόσο πιστή είναι η μεταφορά; Πού βρίσκονταν οι Λωτοφάγοι; Υπήρξαν οι Σειρήνες; Πόσο ιστορικός είναι ο Όμηρος; Είναι οι ίδιες απορίες που ενοχλούσαν ήδη τον Σενέκα πριν από δύο χιλιάδες χρόνια. Στην 88η επιστολή του προς τον Λουκίλιο ειρωνεύεται όσους ξοδεύουν τον χρόνο τους αναζητώντας τη διαδρομή του Οδυσσέα, ενώ αδιαφορούν για το μόνο ερώτημα που έχει πραγματική σημασία: πώς θα αποφύγουμε τις δικές μας περιπλανήσεις.
Η παρατήρηση αυτή δεν αφορά μόνο τη φιλολογία. Αφορά τον τρόπο με τον οποίο διαβάζουμε συνολικά την ιστορία. Συχνά αντιμετωπίζουμε τα μεγάλα κείμενα σαν μουσειακά αντικείμενα, τα εξετάζουμε, τα σχολιάζουμε, τα χρονολογούμε, αλλά σπάνια τα αφήνουμε να μας κρίνουν. Προτιμούμε να αναρωτιόμαστε τι συνέβη τότε παρά τι συμβαίνει τώρα.
Η Οδύσσεια, όμως, δεν είναι αφήγηση για έναν άνθρωπο που χάνεται στη θάλασσα. Είναι αφήγηση για έναν άνθρωπο που αγωνίζεται να μη χάσει τον προσανατολισμό του. Και αυτός ο προσανατολισμός δεν είναι γεωγραφικός αλλά ηθικός και πολιτικός.
Δεν είναι τυχαίο ότι οι μεγαλύτεροι κίνδυνοι του Οδυσσέα δεν είναι οι καταιγίδες. Είναι οι πειρασμοί.
Η λήθη των Λωτοφάγων είναι ίσως ο πιο επικίνδυνος. Οι κοινωνίες σπάνια καταστρέφονται επειδή θυμούνται υπερβολικά· πολύ συχνότερα καταστρέφονται επειδή ξεχνούν βολικά. Ξεχνούν τις κρίσεις τους, τα λάθη τους, τους ανθρώπους που πλήρωσαν το κόστος των επιλογών τους. Η λήθη δεν είναι ποτέ αθώα· είναι συχνά η πρώτη ύλη της επανάληψης.
Το ίδιο ισχύει και για τις Σειρήνες. Η δύναμή τους δεν βρίσκεται στη βία αλλά στην πειθώ. Κανείς δεν ακολουθεί ένα τραγούδι επειδή φοβάται· το ακολουθεί επειδή θέλει να το πιστέψει. Έτσι λειτουργεί κάθε επιτυχημένη προπαγάνδα. Δεν επιβάλλεται μόνο. Κυρίως γοητεύει.
Αλλά ίσως ο πιο σύγχρονος πειρασμός είναι άλλος. Είναι η Καλυψώ.
Η υπόσχεσή της δεν είναι η εξουσία ούτε ο πλούτος. Είναι η απόσυρση. Ένας κόσμος χωρίς συγκρούσεις, χωρίς ευθύνες, χωρίς δημόσιο βίο. Μια ύπαρξη έξω από την ιστορία. Ο Οδυσσέας αρνείται αυτή την προσφορά, παρότι συνοδεύεται από το μεγαλύτερο δώρο που θα μπορούσε να φανταστεί ένας άνθρωπος: την αθανασία.
Η επιλογή του είναι βαθιά πολιτική. Προτιμά μια πεπερασμένη ζωή με ευθύνη από μια αιώνια ζωή χωρίς κοινότητα.
Ίσως εκεί να βρίσκεται η μεγαλύτερη επικαιρότητα του έπους. Ζούμε σε μια εποχή όπου η ιδιώτευση παρουσιάζεται συχνά ως σοφία. «Δεν ασχολούμαι», «όλοι ίδιοι είναι», «τίποτα δεν αλλάζει». Πρόκειται για μια σύγχρονη Ωγυγία: έναν τόπο όπου η παραίτηση μεταμφιέζεται σε γαλήνη.
Απέναντι σε όλα αυτά, η ιστορία λειτουργεί ως αντίβαρο. Ο ιστορικός κάνει, με άλλον τρόπο, το ίδιο ταξίδι που κάνει ο Οδυσσέας στη Νέκυια. Κατεβαίνει στον κόσμο των νεκρών, συνομιλεί με όσους δεν μπορούν πια να μιλήσουν και επιστρέφει για να φωτίσει το παρόν. Όχι για να νοσταλγήσει, αλλά για να κατανοήσει.
Η μεγάλη αξία της Οδύσσειας δεν είναι ότι διασώζει έναν αρχαίο μύθο. Είναι ότι εξακολουθεί να περιγράφει, με εκπληκτική ακρίβεια, τις μορφές που παίρνει η ανθρώπινη περιπλάνηση. Άλλοτε λέγεται λήθη, άλλοτε αυθαιρεσία, άλλοτε προπαγάνδα, άλλοτε βόλεμα και άλλοτε αδιαφορία.
Και ίσως αυτό να είναι το πραγματικό νόημα της Ιθάκης. Όχι ένας τόπος όπου φτάνεις, αλλά μια διαρκής προσπάθεια να μη χάσεις τον δρόμο προς μια κοινωνία με μνήμη, θεσμούς και ευθύνη.
Τελικά, ο Σενέκας είχε δίκιο. Δεν έχει ιδιαίτερη σημασία αν γνωρίζουμε πού ταξίδεψε ο Οδυσσέας. Το ερώτημα είναι αν αναγνωρίζουμε τις δικές μας περιπλανήσεις, όσο υπάρχει ακόμη χρόνος να αλλάξουμε πορεία.
