Υπήρξε μια εποχή που η κατοικία αποτελούσε το θεμέλιο της κοινωνικής ασφάλειας και της οικονομικής σταθερότητας των ελληνικών νοικοκυριών. Σήμερα, όμως, η πρόσβαση σε αξιοπρεπή και προσιτή στέγη μετατρέπεται ολοένα και περισσότερο σε άπιαστο όνειρο για χιλιάδες πολίτες, ειδικά για τη νεολαία. Τα τελευταία στοιχεία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και της ΕΛΣΤΑΤ δεν αφήνουν περιθώρια παρερμηνειών: η κατάσταση έχει φτάσει στο αμήν.
Η στέγαση ακριβαίνει με ρυθμούς που δεν έχουν καμία σχέση με την… πραγματικότητα των εισοδημάτων. Μέσα σε έναν μόλις χρόνο, το κόστος στέγασης αυξήθηκε κατά 11,6%, όταν οι μισθοί κινήθηκαν μόλις κατά 4,1%. Με απλά λόγια, οι πολίτες καλούνται να καλύψουν ολοένα μεγαλύτερες στεγαστικές ανάγκες με εισοδήματα που αδυνατούν να ακολουθήσουν. Το αποτέλεσμα είναι προδιαγεγραμμένο: αυξανόμενη οικονομική πίεση, ληξιπρόθεσμες οφειλές και διαρκής υποβάθμιση της ποιότητας ζωής.
Η ίδια η Κομισιόν αναγνωρίζει ότι η προσιτότητα της στέγασης στην Ελλάδα έχει επιδεινωθεί σημαντικά. Οι τιμές κατοικιών και ενοικίων αυξάνονται ταχύτερα από τα εισοδήματα, ενώ οι κατοικίες εμφανίζονται υπερτιμημένες κατά περίπου 18% σε σχέση με το σημείο ισορροπίας της αγοράς. Πρόκειται για μια εικόνα που δεν συνιστά απλώς μια στρέβλωση της αγοράς, αλλά μια βαθιά κοινωνική κρίση.

Ακόμη πιο ανησυχητικό είναι το γεγονός ότι η Ελλάδα καταγράφει το υψηλότερο ποσοστό υπερβολικής στεγαστικής επιβάρυνσης στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Πάνω από ένας στους τέσσερις πολίτες δαπανά περισσότερο από το 40% του διαθέσιμου εισοδήματός του για στέγαση, ποσοστό υπερτριπλάσιο του ευρωπαϊκού μέσου όρου. Αυτό σημαίνει ότι για εκατοντάδες χιλιάδες οικογένειες, νέους εργαζόμενους, συνταξιούχους και ζευγάρια, η πληρωμή του ενοικίου ή του στεγαστικού δανείου απορροφά πόρους που θα έπρεπε να κατευθύνονται σε βασικές ανάγκες, όπως η διατροφή, η υγεία και η εκπαίδευση.
Την ίδια στιγμή, η προσφορά νέων κατοικιών παραμένει ανεπαρκής. Οι επενδύσεις στη στέγαση υπολείπονται σημαντικά του ευρωπαϊκού μέσου όρου, ενώ οι οικοδομικές άδειες παρουσιάζουν πτώση. Η κοινωνική κατοικία είναι ουσιαστικά ανύπαρκτη και τα μέτρα στήριξης των ενοικιαστών αποδεικνύονται ανεπαρκή μπροστά στο μέγεθος του προβλήματος.
Το στεγαστικό δεν είναι πλέον ένα ζήτημα που αφορά μόνο την αγορά ακινήτων. Είναι ζήτημα κοινωνικής συνοχής, δημογραφικής επιβίωσης και οικονομικής δικαιοσύνης. Όταν μια ολόκληρη γενιά αδυνατεί να αποκτήσει ή να νοικιάσει σπίτι χωρίς να θυσιάζει το μεγαλύτερο μέρος του εισοδήματός της, τότε η κρίση παύει να είναι στατιστικό μέγεθος και μετατρέπεται σε καθημερινό αδιέξοδο.
Οι προειδοποιήσεις των ευρωπαϊκών θεσμών δεν γίνεται να αγνοούνται. Η χώρα χρειάζεται άμεσα μια ολοκληρωμένη και αποτελεσματική στεγαστική πολιτική, με ενίσχυση της προσφοράς κατοικιών, ανάπτυξη κοινωνικής στέγασης και ουσιαστική προστασία των νοικοκυριών. Διαφορετικά, η απόσταση ανάμεσα στις τιμές των ακινήτων και στις δυνατότητες των πολιτών θα συνεχίσει να μεγαλώνει, μετατρέποντας το δικαίωμα στη στέγη σε προνόμιο για λίγους.
Και αυτό, για μια κοινωνία που θέλει να μιλά για ανάπτυξη και ευημερία, δεν είναι απλώς πρόβλημα. Είναι καμπανάκι ή μάλλον το καμπαναριό το ίδιο που είναι έτοιμο να πέσει στο κεφάλι μας.
