Το πρόσφατο κύμα διαδικτυακής επίθεσης που δέχτηκε η Νατάσσα Μποφίλιου δεν ήταν κεραυνός εν αιθρία. Ήταν απλώς ένα ακόμη επεισόδιο στο μακρύ σίριαλ του body shaming (που λένε και στο χωριό μου), ενός φαινομένου που βρίσκει εύφορο έδαφος στο διαδίκτυο αλλά δεν περιορίζεται εκεί. Τα κοινωνικά δίκτυα, με την ανωνυμία και την ταχύτητά τους, πολλαπλασιάζουν τον θόρυβο, αλλά η ουσία παραμένει ίδια: γυναίκες που κρίνονται, σχολιάζονται, απαξιώνονται, απλώς επειδή το σώμα τους υπάρχει και εκτίθεται στον δημόσιο χώρο. Θα μου πείτε, ακόμα και στο σπίτι τους δέχονται κριτική, έξω από αυτό θα παραμείνουν αλώβητες; Θα τολμήσω να πω ότι από μικρά κορίτσια “εκπαιδεύονται” στο ότι είναι επιτρεπτό ο καθένας να έχει άποψη για το πώς δείχνουν και να… προσαρμόζονται ανάλογα…
Κράτημα αναπνοής…
Χαρακτηριστική είναι η πρόσφατη «πνευματώδης» ανάρτηση του Μάνου Βουλαρίνου στο Χ, που έγραψε για την Ν.Μποφίλιου «Πρώτη θέση σε διαγωνισμό κρατήματος αναπνοής». Ένα σχόλιο που δεν είναι απλώς άκομψο· είναι ενδεικτικό μιας κουλτούρας χλευασμού, όπου το γυναικείο σώμα γίνεται εύκολος στόχος για φτηνά αστεία και διαδικτυακά χειροκροτήματα. Μια κουλτούρα που τρέφεται από τον σεξισμό και κανονικοποιεί την ιδέα ότι οι γυναίκες είναι εκεί για να κρίνονται, όχι για να υπάρχουν ελεύθερα.

Η κριτική γίνεται πάντα και παντού
Στην πραγματικότητα, η «κριτική» δεν είναι αποκλειστικότητα του διαδικτύου. Εκεί μεγεθύνεται, αλλά στην καθημερινότητα οι γυναίκες τη βιώνουν το ίδιο έντονα. Από την παραλία, όπου ένα μαγιό γίνεται αφορμή για σχόλια, μέχρι τη δουλειά ή ακόμη και το οικογενειακό τραπέζι, πάντα υπάρχει κάποιος που αισθάνεται πως έχει το «δικαίωμα» να μιλήσει για το σώμα μιας γυναίκας και το κάνει χωρίς δεύτερη σκέψη, χωρίς φίλτρο, χωρίς “γιατί;”. Σχολιάζει την σύντροφο, την κόρη, τη φίλη, τη συνάδελφο, την γειτόνισσα. Με περίσσιο θράσος, είτε αυτό εκδηλώνεται ωμά και προσβλητικά, είτε “διακριτικά”, κεκαλυμμένο με τον μανδύα του ενδιαφέροντος, είτε ύπουλα “πίσω από την πλάτη”, είναι συνήθως εκεί, έτοιμο να εισβάλλει σε ένα χώρο που δεν θα έπρεπε. Και το πιο ειρωνικό: ούτε οι γυναίκες που ανταποκρίνονται στα κυρίαρχα πρότυπα «γλιτώνουν».

Αν είναι πολύ αδύνατες, θα κατηγορηθούν ως ανορεξικές (“πλάκα, αγγούρω, ένα μάτσο κόκκαλα”)· αν έχουν καμπύλες, θα κριθούν προκλητικές· αν είναι καλλίγραμμες, μπορεί να θεωρηθούν υπερβολικές επειδή τόλμησαν να φορέσουν ένα αποκαλυπτικό μαγιό, ενώ αν δεν πληρούν τα εκάστοτε στανταρτ της ομορφιάς -είναι π.χ. με παραπάνω κιλά- και φορέσουν κάτι αποκαλυπτικό “είναι αηδία / προσβάλλει την αισθητική / πού πάει έτσι, τέλος πάντων;” Πολλές γυναίκες έχουν εξομολογηθεί ότι δεν έκαναν μπάνιο στη θάλασσα λόγω των επικριτικών βλεμμάτων ή των σχολίων και των άσχημων συναισθημάτων που τους προκαλούσαν. Η ουσία είναι πως, ό,τι κι αν κάνει μια γυναίκα, πάντα θα βρεθεί κάποιος να την κρίνει. Από τα πρώτα χρόνια της ζωής της, μέχρι να γεράσει… Να γίνει “σαν σταφίδα”, “γριά” και έτοιμη για… απόσυρση από τις πρώτες έντονες ρυτίδες (που δεν φρόντισε να γεμίσει με μπότοξ και υαλουρονικό, Τζίζας!) τις πρώτες άσπρες τρίχες (που δεν φρόντισε να βάψει, αν είναι δυνατόν), “τα πεσμένα της βυζι@ και κwλο!“ (οι πλαστικοί χειρουργοί και οι personal trailers κλέφτες θα γίνουν;)

Every body is a “beach body”
Με αφορμή την φωτογραφία από τις καλοκαιρινές διακοπές της γνωστής τραγουδίστριας και το λεγόμενο “beach body”, αξίζει να αναφέρουμε ότι μέχρι πριν από λίγα χρόνια, το body shaming ξεκινούσε για πολλές γυναίκες ήδη από το δοκιμαστήριο. Για παράδειγμα, στην Ελλάδα, μια γυναίκα με μεγάλο στήθος δυσκολευόταν πάρα πολύ να βρει μαγιό που να της ταιριάζει, γιατί η αγορά απλώς αγνοούσε τις ανάγκες της. Μόνο τα τελευταία χρόνια οι εταιρείες άρχισαν να επεκτείνουν τις σειρές τους και να προσφέρουν περισσότερες επιλογές, όχι όμως επειδή ευαισθητοποιήθηκαν ξαφνικά, αλλά γιατί η τάση του body positivity αποδείχθηκε εμπορικά κερδοφόρα. Για πολλές γυναίκες, λοιπόν, η εμπειρία της απόρριψης είχε ξεκινήσει πολύ πριν εκτεθούν στα βλέμματα των πολλών, υπό το φως του ήλιου.
Έκτακτη είδηση…
Επίσης, ας θυμηθούμε πως το body shaming είχε διαπεράσει και τον χώρο των ΜΜΕ. Για δεκαετίες, περιοδικά και τηλεοπτικές εκπομπές έκαναν πρωτοσέλιδα το σώμα των διάσημων γυναικών στην παραλία. «Πώς είναι δυνατόν η τάδε να έχει κυτταρίτιδα;» ή «Πως άλλαξε έτσι; Ας δούμε το πριν και το μετά» ή «Η τάδε, φανερά ανανεωμένη και αδυνατισμένη…» ήταν τίτλοι που σφράγισαν μια εποχή, μετατρέποντας την εμφάνιση των γυναικών σε είδηση. Είδηση ακόμα και σε κεντρικό δελτίο ειδήσεων! Λες και το σώμα τους οφείλει να παραμένει “αψεγάδιαστο” για πάντα, λες και μια ρυτίδα, τα κιλά ή η φυσιολογική κυτταρίτιδα συνιστούν δημόσιο σκάνδαλο. Αυτή η νοοτροπία δεν έθιξε μόνο τις διάσημες· έστειλε μήνυμα και σε κάθε αναγνώστρια και τηλεθεάτρια ότι το σώμα της κρίνεται, συγκρίνεται και ίσως δεν είναι «αρκετό». Ακόμα, θα μπορούσαμε να πούμε, ότι εκπαίδευσε το κοινό και απενεχοποίησε (αν υπήρχε έστω και λίγη ενοχή) τη νοοτροπία του απροκάλυπτου σεξισμού και μισογυνισμού.

Οι επιπτώσεις αυτής της κουλτούρας δεν είναι επιφανειακές. Σύμφωνα με μελέτες, το συνεχές body shaming συνδέεται με χαμηλή αυτοεκτίμηση, άγχος, κατάθλιψη, διατροφικές διαταραχές και άλλα δεινά… Οι γυναίκες που εκτίθενται σε συνεχή κριτική για την εμφάνιση βιώνουν ένα είδος χρόνιου στρες που μπορεί να έχει εκτός από ψυχολογικές και σωματικές συνέπειες. Είναι μια βία αθόρυβη, αλλά εξαιρετικά διαβρωτική.
Αξίζει, επίσης, να αναγνωρίσουμε ότι πολλές φορές ακόμη κι οι ίδιες οι γυναίκες, πέφτουν στην παγίδα. Ένα σχόλιο για το σώμα μιας άλλης γυναίκας μπορεί να ξεφύγει «ελαφρά», σαν αστείο ή παρατήρηση. Όμως αυτή η μικρή στιγμή είναι καθρέφτης του εσωτερικευμένου σεξισμού που κουβαλάμε όλοι μας — προϊόν μιας κοινωνίας που για δεκαετίες έμαθε να αξιολογεί τις γυναίκες πρώτα και κύρια για την εμφάνιση τους. Το να το αναγνωρίζουμε σημαίνει ότι έχουμε επίγνωση. Και η επίγνωση είναι το πρώτο βήμα για την αλλαγή.
Το body positivity, παρ’ όλες τις εμπορικές στρεβλώσεις του, έβαλε στο τραπέζι μια σημαντική κουβέντα: ότι τα σώματα όλων αξίζουν σεβασμό, ανεξαρτήτως κιλών, καμπυλών ή ατελειών. (και φύλου, ναι!) Άλλωστε, τι πάει να πει “τέλειο”; Ακόμα κι αυτό αλλάζει σχήμα και μορφή ανάλογα με την εποχή. Η αλήθεια είναι πως η κοινωνία μας βρίσκεται ακόμη μακριά από το να το ενστερνιστεί πλήρως. Όμως το γεγονός ότι τέτοια θέματα πλέον συζητούνται δημόσια και ανοιχτά, αποτελεί ένα πρώτο βήμα. Όταν γυναίκες σαν τη Νατάσσα Μποφίλιου δεν σιωπούν μπροστά στον διαδικτυακό λιθοβολισμό αλλά συνεχίζουν να εκτίθενται με την τέχνη, τον λόγο τους και την παρουσία τους, το μήνυμα είναι καθαρό: εκτός των άλλων, έτσι και το σώμα τους δεν είναι αντικείμενο προς κρίση, αλλά φορέας ζωής, εμπειρίας και δύναμης.
Το ζητούμενο δεν είναι να σταματήσουν να μιλούν οι άνθρωποι, αλλά να μάθουν να μιλούν διαφορετικά. Να βλέπουμε τον διπλανό μας όχι σαν σώμα προς αξιολόγηση, αλλά σαν άνθρωπο. Να κατανοούμε ότι οι λέξεις έχουν βάρος και ότι μια φράση που μοιάζει «αθώα» μπορεί να τραυματίσει βαθιά. Και κυρίως, να καλλιεργήσουμε στα νέα κορίτσια την αυτοπεποίθηση ότι το σώμα τους δεν χρειάζεται έγκριση από κανέναν.
Το body shaming μπορεί να είναι διάχυτο, αλλά δεν είναι ανίκητο. Όσο περισσότερο το αναγνωρίζουμε γύρω μας και μέσα μας, όσο περισσότερο το ονοματίζουμε και το αποδομούμε, τόσο περισσότερο του αφαιρούμε τη δύναμη. Γιατί, στο τέλος της ημέρας, αυτό που αξίζει δεν είναι αν κάποιος έχει «τέλειο» σώμα, αλλά αν έχει τη δύναμη να το φροντίζει, να το αγαπά και να μην αφήνει κανέναν να του υπαγορεύει πώς πρέπει να δείχνει.

Διαβάστε ακόμα: Πώς ο Γιώργος Λάνθιμος άνοιξε τον δρόμο για μια νέα γενιά δημιουργών
