Υπάρχουν στιγμές που μια κυβέρνηση δεν εκτίθεται από τους αντιπάλους της, αλλά από τα ίδια τα γεγονότα. Η υπόθεση της παγίδευσης του συμβούλου Εθνικής Ασφάλειας του πρωθυπουργού, Θάνου Ντόκου, από τους γνωστούς Ρώσους φαρσέρ, είναι μία από αυτές.
Όσο το Μέγαρο Μαξίμου επιμένει να κάνει λόγο για «υβριδική επίθεση» και περίπλοκες επιχειρήσεις με τη χρήση τεχνητής νοημοσύνης, οι ίδιοι οι δημιουργοί της φάρσας περιγράφουν μια εντελώς διαφορετική εικόνα: ένα απλό email από λογαριασμό Gmail, μια πρόσκληση μέσω Zoom και… λίγο μακιγιάζ. Τίποτε περισσότερο, όπως ισχυρίζονται.
Οι δηλώσεις τους στην εκπομπή της Αναστασίας Γιάμαλη δεν περιορίστηκαν στην περιγραφή της μεθόδου που ακολούθησαν. Άσκησαν ευθεία κριτική στον τρόπο με τον οποίο λειτουργούν τα πρωτόκολλα ασφαλείας στην Ελλάδα, υποστηρίζοντας ότι εάν ένας άγνωστος μπορεί τόσο εύκολα να εξασφαλίσει επικοινωνία με τον σύμβουλο Εθνικής Ασφάλειας μιας χώρας, τότε το πραγματικό πρόβλημα δεν είναι η φάρσα, αλλά τα κενά ασφαλείας.
Ακόμη πιο αμήχανη γίνεται η κατάσταση από το γεγονός ότι οι ίδιοι δηλώνουν πως ο Θάνος Ντόκος δεν αποτέλεσε καν ειδικό στόχο. Όπως ανέφεραν, το όνομά του βρισκόταν απλώς σε μια λίστα συμβούλων εθνικής ασφάλειας χωρών της Βαλτικής και των Βαλκανίων, στο πλαίσιο τηλεοπτικής παραγωγής που πραγματοποιούσαν. Με άλλα λόγια, δεν προηγήθηκε κάποια σύνθετη επιχείρηση ή πολύμηνη προετοιμασία. Απλώς δοκίμασαν και πέτυχε.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και η απάντησή τους στις κυβερνητικές αναφορές περί χρήσης τεχνητής νοημοσύνης για την αναπαράσταση του Ουκρανού υπουργού Άμυνας Ρουστέμ Ουμέροφ. Οι ίδιοι απορρίπτουν κατηγορηματικά αυτό το ενδεχόμενο, υποστηρίζοντας ότι χρησιμοποίησαν αποκλειστικά «θεατρικό μακιγιάζ και φυσική μεταμφίεση», όπως κάνουν εδώ και χρόνια στις δημόσιες φάρσες τους. «Αν πιστεύουν ότι ένα απλό μακιγιάζ αποτελεί ειδική επιχείρηση, τότε λυπάμαι για τις διαδικασίες εθνικής ασφάλειας της χώρας σας», ήταν η χαρακτηριστική τους αποστροφή.
Παράλληλα, απέρριψαν και τις κατηγορίες περί διασύνδεσής τους με ρωσικές μυστικές υπηρεσίες ή το Κρεμλίνο, υποστηρίζοντας ότι ουδέποτε παρουσιάστηκαν αποδείξεις που να επιβεβαιώνουν αυτούς τους ισχυρισμούς. Κατά τη δική τους εκδοχή, οι αναφορές αυτές λειτουργούν περισσότερο ως πολιτική διαχείριση της αμηχανίας που προκάλεσε η υπόθεση.
Αξίζει επίσης να σημειωθεί η κριτική που διατύπωσαν για τον τρόπο διεξαγωγής της συνομιλίας, σχολιάζοντας ότι τους προκάλεσε εντύπωση το γεγονός πως μια τόσο ευαίσθητη συζήτηση πραγματοποιήθηκε σε δημόσιο χώρο, παρουσία άλλων ανθρώπων. Υποστήριξαν ότι σε χώρες με αυστηρότερα πρωτόκολλα ασφαλείας κάτι τέτοιο θα θεωρούνταν αδιανόητο.
Η ουσία, πάντως, παραμένει μία. Ανεξάρτητα από το ποιον μπορεί να πιστεύει κανείς ως προς τα κίνητρα ή τις διασυνδέσεις των δύο Ρώσων φαρσέρ, η συγκεκριμένη υπόθεση αναδεικνύει σοβαρά ερωτήματα για τις διαδικασίες ασφαλείας που ακολουθούνται στην κορυφή του κρατικού μηχανισμού. Και αυτά είναι ερωτήματα που δύσκολα απαντώνται με γενικές αναφορές σε «υβριδικές επιθέσεις».
Γιατί όταν η πρόσβαση σε έναν κορυφαίο αξιωματούχο φέρεται να εξασφαλίζεται με ένα απλό email και μια βιντεοκλήση, η δημόσια συζήτηση δεν μπορεί να εξαντλείται στο ποιος έκανε τη φάρσα. Οφείλει να επικεντρώνεται στο γιατί αυτή κατέστη δυνατή. Σχεδόν θεατρική…
