Ένας 76χρονος φέρεται να έβαλε φωτιά στο στρώμα του μέσα σε νοσοκομείο. Σύμφωνα με όσα έχουν γίνει γνωστά, παραδέχθηκε την πράξη του, ενώ φέρεται να ανέφερε πως αισθανόταν παραγκωνισμένος και αντιμετώπιζε προβλήματα με το περιβάλλον του. Η υπόθεση πλέον ακολουθεί τη δικαστική της πορεία και οι συνθήκες της θα αξιολογηθούν από τις αρμόδιες αρχές.
Πέρα όμως από την ποινική διάσταση, υπάρχει ένα ερώτημα που αφορά όλους μας.
Τι μας λέει αυτό το περιστατικό για την κοινωνία στην οποία ζούμε;
Τα τελευταία χρόνια ακούμε όλο και συχνότερα για ανθρώπους που καταρρέουν ψυχικά, για περιστατικά ακραίας συμπεριφοράς, για μοναξιά, εγκατάλειψη, θυμό και απόγνωση. Δεν σημαίνει φυσικά ότι κάθε άνθρωπος με ψυχική διαταραχή είναι επικίνδυνος. Το αντίθετο μάλιστα: οι περισσότεροι άνθρωποι που αντιμετωπίζουν προβλήματα ψυχικής υγείας δεν εκδηλώνουν βίαιη συμπεριφορά και είναι πολύ πιθανότερο να υποστούν οι ίδιοι βλάβη παρά να τη προκαλέσουν.
Ωστόσο, δεν μπορούμε να αγνοήσουμε ότι η ψυχική υγεία αποτελεί πλέον μία από τις μεγαλύτερες προκλήσεις της εποχής μας.
Μήπως έχουμε απομακρυνθεί από κάθε έννοια ανθρωποκεντρικής κοινωνίας;
Μήπως χτίζουμε μια καθημερινότητα όπου ο άνθρωπος μετριέται μόνο από το πόσο παραγωγικός είναι, πόσο αποδοτικός, πόσο γρήγορος; Και όταν κάποιος δεν αντέχει άλλο, όταν απομονώνεται ή ζητά βοήθεια με τον δικό του –ακόμη και λανθασμένο– τρόπο, το αντιλαμβανόμαστε μόνο όταν συμβεί μια τραγωδία;
Η ψυχική υγεία δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται μόνο όταν φτάσει στα όρια της κρίσης. Χρειάζεται πρόληψη, πρόσβαση σε υπηρεσίες, στήριξη των οικογενειών, έγκαιρη παρέμβαση και μια κοινωνία που δεν στιγματίζει όποιον δυσκολεύεται.
Το περιστατικό στο Σισμανόγλειο δεν πρέπει να οδηγήσει σε εύκολα συμπεράσματα ούτε να χρησιμοποιηθεί για να στιγματίσει ανθρώπους με ψυχικές δυσκολίες. Μπορεί όμως να αποτελέσει αφορμή για έναν ουσιαστικό προβληματισμό.
Γιατί όταν ένας άνθρωπος φτάνει σε ένα σημείο που δηλώνει πως αισθάνεται πλήρως παραγκωνισμένος, η ευθύνη δεν αφορά μόνο τον ίδιο. Αφορά και το περιβάλλον του, τις δομές που υπάρχουν ή δεν υπάρχουν, την κοινωνία που πολλές φορές βλέπει χωρίς να παρατηρεί και ακούει χωρίς να αφουγκράζεται.
Το ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι μόνο «τι θα γίνει με τον 76χρονο;».
Το ερώτημα είναι τι θα γίνει με όλους εμάς.
Θα συνεχίσουμε να αντιμετωπίζουμε την ψυχική υγεία ως ένα θέμα που εμφανίζεται μόνο στα δελτία ειδήσεων όταν συμβεί κάτι ακραίο; Ή θα επενδύσουμε σε μια κοινωνία που βάζει τον άνθρωπο στο επίκεντρο πριν η απόγνωση μετατραπεί σε κρίση;
Οι απαντήσεις δεν είναι απλές. Αλλά όσο τις αναβάλλουμε, τόσο αυξάνεται ο κίνδυνος να βλέπουμε παρόμοια περιστατικά να επαναλαμβάνονται. Και αυτό είναι ένα κόστος που καμία κοινωνία δεν θα έπρεπε να θεωρεί φυσιολογικό.
