Ένα αντίο στον τεράστιο Διονύση Σαββόπουλο…
Έφυγε από τη ζωή σε ηλικία 81 ετών ο Διονύσης Σαββόπουλος – ο Νιόνιος, όπως τον αποκαλούσαν με αγάπη γενιές Ελλήνων που μεγάλωσαν, ερωτεύτηκαν, εξεγέρθηκαν και ονειρεύτηκαν μέσα από τα τραγούδια του. Ένας καλλιτέχνης που δεν χωρούσε σε ταμπέλες. Τραγουδοποιός, ποιητής, αφηγητής και καθρέφτης μιας Ελλάδας που άλλαζε.
Ο Σαββόπουλος δεν υπήρξε απλά δημιουργός τραγουδιών. Υπήρξε ένας ζωντανός μύθος της νεότερης Ελλάδας. Από το πρώτο του άλμπουμ, «Φορτηγό» (1966), έδειξε πως ήρθε για να ταράξει τα νερά. Συνδύασε το ρεμπέτικο με τη ροκ, το λαϊκό με το λογοτεχνικό, το πολιτικό με το προσωπικό. Με φωνή βραχνή, σχεδόν εξομολογητική, μιλούσε κατευθείαν στην ψυχή των ανθρώπων, δίνοντας λόγο και μουσική στις ανησυχίες μιας εποχής που πάλευε να σταθεί στα πόδια της.
Στη διάρκεια της δικτατορίας, τα τραγούδια του έγιναν πνοή ελευθερίας. Ο Μπάλλος, το Βρώμικο ψωμί, το Περιβόλι του Τρελού δεν ήταν απλώς μουσική. Ηταν αντίσταση, υπαινιγμός, ψίθυρος και κραυγή μαζί. Με τη σάτιρα και την ευαισθησία του, ο Σαββόπουλος κατόρθωσε να χωρέσει μέσα σε λίγους στίχους ολόκληρη την ψυχή ενός λαού που ήθελε να ανασάνει.

Μετά τη Μεταπολίτευση, μετατράπηκε σε φωνή συνείδησης. Ο παρατηρητής μιας κοινωνίας που άλλαζε, άλλοτε με ενθουσιασμό, άλλοτε με απογοήτευση. Στα Τραπεζάκια έξω, στην Ρεζέρβα ή στο Χάθηκα, καθρεφτίζεται μια Ελλάδα που προσπαθεί να βρει ισορροπία ανάμεσα στην παράδοση και τη σύγχρονη ζωή. Κάθε του τραγούδι ήταν ένα μικρό χρονικό, μια ιστορία που ένωσε τη λαϊκή γλώσσα με τη φιλοσοφική διάθεση.
Ο Σαββόπουλος ήταν σύμβολο πολιτισμού. Οι συναυλίες του θύμιζαν θεατρικά δρώμενα – γεμάτες χιούμορ, τρυφερότητα και κοινωνικό σχόλιο. Είτε τραγουδούσε για τους «Αχαρνής» του Αριστοφάνη είτε για τον «Άγιο Φεβρουάριο» του Μάνου Ελευθερίου, η παρουσία του είχε πάντα κάτι βαθιά ελληνικό και ταυτόχρονα οικουμενικό.
Η τηλεόραση και το ραδιόφωνο τον γνώρισαν και ως αφηγητή. Μέσα από εκπομπές όπως «Ζήτω το ελληνικό τραγούδι», ανέδειξε τη δύναμη της παράδοσης και την ανάγκη να γνωρίσουμε ξανά τις ρίζες μας. Ήταν από εκείνους που πίστευαν ότι η μουσική ενώνει, ότι μπορεί να γίνει γέφυρα ανάμεσα στις γενιές.
Στο πρόσωπο του Διονύση Σαββόπουλου συναντιόταν η Ελλάδα του χθες και του σήμερα. Ο στοχασμός και το λαϊκό γλέντι, η ποίηση και το πολιτικό σχόλιο, η παράδοση και η ανατροπή. Είχε το χάρισμα να μετατρέπει το προσωπικό σε συλλογικό και το καθημερινό σε διαχρονικό.
Ο Νιόνιος ήταν -και θα παραμείνει- ένας σύγχρονος ραψωδός. Ένας αφηγητής που μας έδειξε πως η τέχνη δεν χρειάζεται να φωνάζει για να ακουστεί. Αρκεί να λέει την αλήθεια της.
Σήμερα, καθώς η φωνή του σβήνει από τη σκηνή, μένει η ηχώ των στίχων του: «Θα κρατήσουν οι χοροί, θα κρατήσουν… Όσο υπάρχουν άνθρωποι που αγαπούν».
Και πράγματι, θα κρατήσουν. Γιατί οι χοροί του Σαββόπουλου ήταν οι χοροί μιας ολόκληρης χώρας – της Ελλάδας που παλεύει, γελά, θυμάται και συνεχίζει.
Αν υπάρχει κάτι που του οφείλουμε όλοι, είναι αυτό: ότι μέσα από τα τραγούδια του μάθαμε να ακούμε πιο προσεκτικά τον εαυτό μας και τον διπλανό μας. Και αυτό είναι ίσως το σπουδαιότερο έργο που μπορεί να αφήσει πίσω του ένας καλλιτέχνης.
Θα κρατήσουν, λοιπόν, οι χοροί. Γιατί ο Διονύσης Σαββόπουλος δεν έφυγε, απλώς άλλαξε σκηνή.
Διαβάστε ακόμα: «No Kings»: Όταν η Αμερική ξαναθυμάται τη… Δημοκρατία της
