Δεν είναι πια είδηση. Είναι ροή. Ο θάνατος δεν φτάνει σε εμάς με καθυστέρηση, ούτε μέσα από φιλτραρισμένες περιγραφές. Έρχεται απευθείας, ωμός, ακατέργαστος, σε πραγματικό χρόνο. Όταν μια οθόνη ανοίγει, κλείνει ταυτόχρονο η ζεστή χαραμάδα της ζωής. Δρόμοι και σχολεία γεμάτα αίμα, μια πλατεία όπου κάποια αφήνεται αβοήθητη, ένα πεδίο μάχης που καίγεται.
Και όλα αυτά δεν σοκάρουν, κι όλοι απλώς σκρολάρουν.
Οι επιθέσεις σε μαθητές στην Τουρκία, η δολοφονία του οπαδού του ΠΑΟΚ στην Καλαμαριά, οι πόλεμοι που εκτυλίσσονται σε ζωντανή μετάδοση, δεν σοκάρουν. Αντίθετα, συνθέτουν ένα συνεχές. Ένα ατελείωτο timeline όπου η τραγωδία δεν έχει αρχή και τέλος, αλλά επαναλαμβάνεται, αναπαράγεται, διαχέεται.
Το πιο ανησυχητικό δεν είναι η πρόσβαση στην πληροφορία. Είναι η εξοικείωση με τη φρίκη.
Κάποτε, μια εικόνα βίας μπορούσε να (μας) στοιχειώνει για μέρες. Σήμερα, διαρκεί λίγα δευτερόλεπτα – μέχρι να την αντικαταστήσει η επόμενη. Ο εγκέφαλος μαθαίνει να προστατεύεται, να αποστασιοποιείται, να αμβλύνει την ένταση. Και κάπως έτσι, χωρίς να το καταλάβουμε, η φρίκη παύει να είναι φρίκη. Γίνεται περιεχόμενο.
Οι ενήλικες ίσως διαθέτουν ακόμη κάποιες άμυνες. Ένα φίλτρο εμπειρίας, μια στοιχειώδη ικανότητα να βάζουν τα γεγονότα σε πλαίσιο. Τα παιδιά όμως και οι έφηβοι; Μεγαλώνουν μέσα σε αυτό το περιβάλλον. Εκτίθενται καθημερινά σε εικόνες θανάτου και βίας χωρίς εισαγωγή, χωρίς επεξήγηση, χωρίς χρόνο για επεξεργασία.
Δεν βλέπουν απλώς. Συνηθίζουν.
Και η συνήθεια αυτή είναι ύπουλη. Δεν κάνει θόρυβο. Δεν σοκάρει. Απλώς εγκαθίσταται. Ένα παιδί που βλέπει σκηνές βίας στο κινητό του στο διάλειμμα, που γυρίζει σπίτι και συνεχίζει μπροστά στην τηλεόραση, που ανοίγει τα social media πριν κοιμηθεί και συναντά ξανά τον ίδιο κύκλο εικόνων, δεν προλαβαίνει να αναρωτηθεί. Δεν του δίνεται ο χώρος να νιώσει.
Ολα είναι έντονα και… ετοιμοπαράδοτα.
Η κοινωνία μοιάζει να έχει αναπτύξει μια ιδιότυπη ανοσία. Όχι γιατί δεν καταλαβαίνει, αλλά γιατί δεν αντέχει να καταλαβαίνει συνεχώς. Κι έτσι, επιλέγει -συνειδητά ή ασυνείδητα- να χαμηλώσει την ένταση. Να μετατρέψει το τραγικό σε καθημερινό.
Το πρόβλημα είναι ότι αυτή η «άμυνα» έχει κόστος.
Όταν η βία γίνεται οικεία, μειώνεται η ευαισθησία. Όταν ο θάνατος σερβίρεται ως ακόμα ένα βίντεο, χάνει το βάρος του. Και όταν μια ολόκληρη γενιά μεγαλώνει μέσα σε αυτή την πραγματικότητα, το ερώτημα δεν είναι αν επηρεάζεται. Είναι πώς και πόσο βαθιά.
Η ευθύνη δεν βαραίνει μόνο τα μέσα ή τις πλατφόρμες. Είναι συλλογική. Αφορά το πώς επιλέγουμε να καταναλώνουμε την πληροφορία, πώς τη μεταφέρουμε, πώς τη συζητάμε ή πώς αποφεύγουμε να τη συζητήσουμε.
Το πιο επικίνδυνο δεν είναι ότι βλέπουμε τον θάνατο σε live μετάδοση. Είναι ότι σιγά-σιγά σταματάμε να καταλαβαίνουμε τι ακριβώς βλέπουμε και πόσο άτρωτοι έχουμε γίνει στη φρίκη. Τι φρίκη!
Διαβάστε ακόμα: Βουλή και αριστεία: Όταν η συζήτηση χάνει το ουσιαστικό της νόημα
