Χειμαρρώδης, αμφιλεγόμενος, ακούραστος. Ο Αλέξης Κούγιας δεν υπήρξε ποτέ απλώς ένας ποινικολόγος. Υπήρξε φαινόμενο. Ένας άνθρωπος που κουβαλούσε στις αίθουσες των δικαστηρίων την ορμή των λαϊκών προαστίων απ’ όπου ξεκίνησε, τη δίψα για αναγνώριση, αλλά και μια μόνιμη ανάγκη σύγκρουσης — με τους άλλους και με τον ίδιο του τον εαυτό.
Γεννημένος στον Χολαργό και μεγαλωμένος στην Πετρούπολη, έμαθε νωρίς τι σημαίνει επιβίωση. Δούλεψε από παιδί, κόβοντας τζάμια σε οικοδομές, γνωρίζοντας από πρώτο χέρι το άγχος και τη σκληρότητα της καθημερινότητας. Το 1971, μαθητής ακόμη, αποφάσισε ότι η ζωή του θα είναι ταυτισμένη με τη Νομική. Πέρασε στη Θεσσαλονίκη, συνδύασε σπουδές και ποδόσφαιρο, και όταν ένα σοβαρό τροχαίο τον καθήλωσε για μήνες στο ΚΑΤ, μετέτρεψε την ακινησία σε πείσμα. Διάβασε, πειθάρχησε, επέστρεψε.
Στα 24 του άνοιξε δικό του γραφείο. Στα 25 είχε εκατοντάδες δίκες τον μήνα. Η καριέρα του εκτοξεύθηκε όταν ανέλαβε την υπεράσπιση του Βαγγέλης Ρωχάμης, και έκτοτε το όνομά του συνδέθηκε με μερικές από τις πιο πολυσυζητημένες υποθέσεις της χώρας από την υπόθεση των «Σατανιστών της Παλλήνης» έως δίκες που απασχόλησαν πολιτικούς, επιχειρηματίες και εκκλησιαστικούς κύκλους.
Ο ίδιος δεν έκρυψε ποτέ τη φιλοσοφία του: ο δικηγόρος δεν απονέμει δικαιοσύνη υπηρετεί το Δίκαιο. Υπερασπίστηκε ανθρώπους που η κοινωνία είχε ήδη καταδικάσει, δεχόμενος σφοδρή κριτική. Για εκείνον, όμως, αυτό ήταν το καθήκον. «Όπως ο χειρουργός οφείλει να σώσει έναν ασθενή, έτσι κι ο δικηγόρος οφείλει να υπερασπιστεί τον κατηγορούμενο», συνήθιζε να λέει.
Παράλληλα, η προσωπικότητά του ξεπερνούσε τα στενά όρια της νομικής. Η τηλεόραση τον αγάπησε και τον έκαψε. Οι δημόσιες αντιπαραθέσεις του με πρόσωπα όπως ο Λάκης Λαζόπουλος και ο Μάκης Τριανταφυλλόπουλος έγιναν «talk of the town», τροφοδοτώντας έναν μύθο που συχνά επισκίαζε την επαγγελματική του διαδρομή. Ο ίδιος αργότερα παραδέχθηκε ότι η υπερέκθεση υπήρξε παγίδα μια λάμψη που κόστισε.

Στην προσωπική του ζωή υπήρξε εξίσου παθιασμένος. Ο γάμος του με την Εύη Βατίδου απασχόλησε επί χρόνια τα μέσα ενημέρωσης. Ένας έρωτας με ένταση, συγκρούσεις και τελικά ρήξη, που μετατράπηκε σε δημόσιο θέαμα. Ο ίδιος μιλούσε για αγάπη χωρίς όρια, αλλά και για απογοητεύσεις που δεν συγχωρούσε εύκολα. Τα παιδιά του υπήρξαν το σταθερό του σημείο η μεγαλύτερη αγωνία και η βαθύτερη τρυφερότητά του.
«Παρορμητικός, ναρκισσιστής»
Οι επικριτές του τον χαρακτήριζαν παρορμητικό, ναρκισσιστή, άνθρωπο των άκρων. Οι φίλοι του έβλεπαν αυθεντικότητα, «μπέσα» και ένα σύστημα αξιών που δεν διαπραγματευόταν. Ο ίδιος δεν προσπάθησε ποτέ να γίνει αρεστός. Προτιμούσε την πυρά από τη λήθη.
Ίσως τελικά αυτό να ήταν το «φαινόμενο Κούγιας»: ένας άνθρωπος που δεν χώρεσε σε εύκολες κατηγορίες. Που μπορούσε να σταθεί με την ίδια ένταση σε ένα καφενείο της Πετρούπολης και σε μια αίθουσα μεγάλου κακουργιοδικείου. Που διεκδίκησε, συγκρούστηκε, αμφισβητήθηκε, αλλά δεν πέρασε απαρατήρητος.
Γιατί, είτε ως νομικός είτε ως δημόσιο πρόσωπο, ο Αλέξης Κούγιας δεν επιδίωξε ποτέ να είναι ουδέτερος. Επέλεξε να είναι παρών θορυβωδώς, παθιασμένα, αδιαπραγμάτευτα. Και αυτό, για πολλούς, αρκεί για να εξηγήσει γιατί το όνομά του έγινε κάτι περισσότερο από ένα επώνυμο: έγινε φαινόμενο.
Διαβάστε επίσης: Το φαινόμενο Ντούα Λίπα
