Opinions

Το κράτος δεν μπορεί να μετρά μόνο τα καμένα και τα σπίτια που θα «ξαναχτιστούν»

σπίτια
σπίτια

Από τη Σίβηρη μέχρι κάθε γωνιά της χώρας που παραδίδεται στις φλόγες, το ερώτημα δεν μπορεί να είναι μόνο πόσα σπίτια θα σωθούν και πόσα θα ξαναχτιστούν. Το ερώτημα πρέπει να είναι γιατί φτάσαμε ξανά εδώ. Και όχι, τα σπίτια δεν ξανά χτίζονται απλώς.

Η εικόνα από τη Σίβηρη της Χαλκιδικής είναι ακόμη μία υπενθύμιση μιας πραγματικότητας που πλέον δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως «μια δύσκολη ημέρα του καλοκαιριού». Η μεγάλη φωτιά προκάλεσε εκκενώσεις, απεγκλωβισμούς πολιτών από τις παραλίες και μια μεγάλη επιχείρηση κατάσβεσης, με κατοίκους και παραθεριστές να απομακρύνονται ακόμη και δια θαλάσσης.

Και κάπου εδώ πρέπει να σταματήσει η συζήτηση μόνο γύρω από το πόσα εναέρια μέσα επιχειρούν, πόσοι πυροσβέστες βρίσκονται στο μέτωπο και πόσα σπίτια υπέστησαν ζημιές. Αυτά είναι απολύτως κρίσιμα την ώρα της μάχης. Όμως μια πολιτεία που θέλει πραγματικά να προστατεύσει τους πολίτες της οφείλει να κάνει και την επόμενη συζήτηση: τι κάνουμε πριν ξεσπάσει η φωτιά;

Η συζήτηση για τις ευθύνες πρέπει να ανοίξει

Κάθε φορά που μια πυρκαγιά καταστρέφει μια περιοχή, περιμένουμε την ολοκλήρωση των ερευνών για τα αίτια. Και σωστά. Όμως οι έρευνες δεν μπορούν να περιορίζονται μόνο στο ποιος άναψε τη φωτιά ή από πού ξεκίνησε. Πρέπει να εξετάζουν ολόκληρη την αλυσίδα της πρόληψης.

Στο κομμάτι της ηλεκτροδότησης, για παράδειγμα, χρειάζεται να υπάρχει απόλυτη διαφάνεια για τη συντήρηση και την ασφάλεια του δικτύου. Και εδώ χρειάζεται μια σημαντική διευκρίνιση: όταν μιλάμε για το δίκτυο διανομής και τις υποδομές που βρίσκονται κοντά σε δασικές περιοχές, η αρμόδια εταιρεία είναι ο ΔΕΔΔΗΕ, όχι η ΔΕΗ ως προμηθευτής ηλεκτρικής ενέργειας. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι το ζήτημα μπορεί να μείνει εκτός δημόσιου ελέγχου.

Υπάρχουν ήδη δημόσιες παρεμβάσεις και καταγγελίες που έχουν θέσει στο μικροσκόπιο τον ρόλο του δικτύου ηλεκτροδότησης σε πυρκαγιές, τη συντήρηση και την ανάγκη ενίσχυσης της ανθεκτικότητάς του. Αυτό ακριβώς πρέπει να γίνει αντικείμενο μιας σοβαρής, ανεξάρτητης και τεκμηριωμένης συζήτησης: όχι με προκαταβολικές καταδίκες, αλλά με στοιχεία, πορίσματα και συγκεκριμένες απαντήσεις.

Η υποστελέχωση δεν μπορεί να γίνει κανονικότητα

Το ίδιο ισχύει και για την Πολιτική Προστασία και τους μηχανισμούς δασοπυρόσβεσης. Η υποστελέχωση δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως μια προσωρινή δυσκολία που εμφανίζεται κάθε καλοκαίρι. Σε μια χώρα που βρίσκεται αντιμέτωπη με ολοένα πιο απαιτητικές συνθήκες πυρκαγιάς, η επάρκεια προσωπικού πρέπει να αποτελεί βασική υποδομή ασφαλείας.

Δεν γίνεται να ζητάμε από τους ίδιους ανθρώπους να αντιμετωπίσουν ταυτόχρονα περισσότερα και πιο γρήγορα μέτωπα, σε μεγαλύτερες θερμοκρασίες και σε συνθήκες ξηρασίας, χωρίς να επενδύουμε διαρκώς σε ανθρώπινο δυναμικό, εκπαίδευση, εξοπλισμό και πρόληψη.

Η κλιματική κρίση δεν είναι μόνο ένα περιβαλλοντικό πρόβλημα. Είναι πρόβλημα πολιτικής προστασίας, οικονομίας, δημόσιας ασφάλειας και εθνικού σχεδιασμού. Όσο αυξάνονται οι ημέρες υψηλού και ακραίου κινδύνου, τόσο περισσότερο πρέπει να αυξάνεται και η ικανότητα του κράτους να προλαμβάνει.

Το «θα ξαναχτίσουμε τα σπίτια» δεν αρκεί

Υπάρχει όμως και ένα άλλο ζήτημα, ίσως ακόμη πιο βαθύ: το αφήγημα.

Κάθε φορά που μια μεγάλη φωτιά τελειώνει, ακούμε ότι τα σπίτια θα αποκατασταθούν, οι υποδομές θα ξαναφτιαχτούν και οι πληγέντες θα αποζημιωθούν. Και φυσικά πρέπει να γίνουν όλα αυτά. Όμως ένα σπίτι μπορεί να ξαναχτιστεί. Ένα δάσος που χάθηκε δεν επιστρέφει με μια κυβερνητική ανακοίνωση.

Δεν επιστρέφει η σκιά ενός πεύκου που κάηκε. Δεν επιστρέφει ένα οικοσύστημα μέσα σε λίγους μήνες. Δεν επιστρέφει η αίσθηση ασφάλειας μιας οικογένειας που είδε τις φλόγες να πλησιάζουν το σπίτι της.

Γι’ αυτό και η πολιτεία πρέπει να αλλάξει τον τρόπο με τον οποίο μιλά για τις πυρκαγιές. Η αποκατάσταση είναι υποχρέωση. Η πρόληψη, όμως, είναι πολιτική επιλογή.

Ας γίνει επιτέλους κάτι στα δάση

Χρειάζεται να ανοίξει μια μεγάλη συζήτηση για τη διαχείριση των δασών, τους καθαρισμούς, τις αντιπυρικές ζώνες, τους δρόμους πρόσβασης, τις δεξαμενές, την επιτήρηση και την έγκαιρη ανίχνευση. Χρειάζεται να ξέρουμε ποιος έχει την ευθύνη για κάθε περιοχή και τι ακριβώς έχει γίνει πριν από την έναρξη της αντιπυρικής περιόδου.

Χρειάζεται επίσης να δούμε χωρίς ιδεοληψίες τι σημαίνει προστασία μιας δασικής περιοχής. Προστασία δεν σημαίνει εγκατάλειψη. Το δάσος χρειάζεται επιστημονική διαχείριση, καθαρισμό όπου απαιτείται, πρόσβαση των πυροσβεστικών δυνάμεων και συστηματική επιτήρηση.

Και, κυρίως, χρειάζεται να σταματήσει η λογική ότι θα ασχοληθούμε με το δάσος όταν αυτό αρχίσει να καίγεται.

Δεν είναι φυσιολογικό να συνηθίζουμε την καταστροφή

Η Ελλάδα έχει πλέον αποκτήσει μια επικίνδυνη εξοικείωση με τις μεγάλες πυρκαγιές. Κάθε καλοκαίρι περιμένουμε τις εικόνες με τους καπνούς, τα ελικόπτερα, τις εκκενώσεις, τους ανθρώπους στις παραλίες, τους πυροσβέστες να δίνουν μάχη και τις περιουσίες να χάνονται.

Και μετά, όταν οι φλόγες σβήσουν, ξεκινά η επόμενη φάση: οι αποζημιώσεις, οι αυτοψίες, οι υποσχέσεις και οι εξαγγελίες για την αποκατάσταση.

Αυτός ο κύκλος πρέπει να σπάσει.

Η Σίβηρη δεν πρέπει να γίνει απλώς άλλη μία είδηση που θα ξεχαστεί όταν περάσει το καλοκαίρι. Πρέπει να γίνει αφορμή για να ζητηθούν απαντήσεις: για την πρόληψη, για τη συντήρηση των υποδομών, για τη στελέχωση, για τη διαχείριση των δασών, για την ετοιμότητα των μηχανισμών και για το αν το κράτος κάνει όσα πρέπει πριν από τη φωτιά και όχι μόνο μετά.

Γιατί το πραγματικό στοίχημα δεν είναι να αποδείξουμε ότι μπορούμε να ξαναχτίσουμε όσα κάηκαν.

Το πραγματικό στοίχημα είναι να μη χρειάζεται να τα ξαναχτίσουμε.

Newsletter Popup