Στις 31 Αυγούστου 1997, λίγο πριν από τα μεσάνυχτα, ένα αυτοκίνητο που μετέφερε την πριγκίπισσα Νταϊάνα, τον Ντόντι Αλ Φαγιέντ και τον οδηγό τους, Ανρί Πολ, προσέκρουσε με μεγάλη ταχύτητα σε κολόνα στο τούνελ της Place de l’Alma στο Παρίσι. Η Νταϊάνα μεταφέρθηκε βαριά τραυματισμένη στο νοσοκομείο Pitié-Salpêtrière, όπου υποβλήθηκε σε επείγουσα επέμβαση, όμως στις 03:00 της 31ης Αυγούστουανακοινώθηκε ο θάνατός της. Ο Ντόντι Αλ Φαγιέντ και ο οδηγός σκοτώθηκαν επίσης, ενώ ο σωματοφύλακας της Νταϊάνα τραυματίστηκε σοβαρά.
Η Νταϊάνα Φράνσις Σπένσερ είχε γεννηθεί την 1η Ιουλίου 1961 στο Park House, κοντά στο Sandringham, σε μία από τις παλαιότερες αριστοκρατικές οικογένειες της Βρετανίας. Μεγάλωσε μαζί με τις δύο αδελφές της και τον αδελφό της και πέρασε τα παιδικά της χρόνια ανάμεσα στις οικογενειακές κατοικίες της οικογένειας Spencer. Δεν ακολούθησε αρχικά μια ζωή που έδειχνε ότι θα βρεθεί στο επίκεντρο της παγκόσμιας δημοσιότητας. Εργάστηκε ως βοηθός σε νηπιαγωγείο στο Λονδίνο, μέχρι που η γνωριμία της με τον πρίγκιπα Κάρολο άλλαξε για πάντα την πορεία της.
Στις 29 Ιουλίου 1981, η 20χρονη Νταϊάνα παντρεύτηκε τον διάδοχο του βρετανικού θρόνου, Κάρολο, στον καθεδρικό ναό του Αγίου Παύλου. Ο γάμος μεταδόθηκε σε ολόκληρο τον κόσμο και εκτιμάται ότι τον παρακολούθησαν τηλεοπτικά και ραδιοφωνικά περίπου ένα δισεκατομμύριο άνθρωποι. Από τον γάμο τους γεννήθηκαν δύο γιοι, ο Ουίλιαμ το 1982 και ο Χάρι το 1984. Το παραμύθι, όμως, δεν κράτησε. Το ζευγάρι ανακοίνωσε τον χωρισμό του το 1992 και το διαζύγιο ολοκληρώθηκε στις 28 Αυγούστου 1996. Παρά το τέλος του γάμου, η Νταϊάνα παρέμεινε μία από τις πιο δημοφιλείς μορφές της βασιλικής οικογένειας.
Αυτό που έκανε τη Νταϊάνα να ξεχωρίσει, όμως, δεν ήταν μόνο η εμφάνισή της ή η θέση της μέσα στη μοναρχία. Ήταν ο τρόπος με τον οποίο χρησιμοποίησε τη δημοσιότητά της για να στρέψει την προσοχή σε ανθρώπους και ζητήματα που μέχρι τότε δεν βρίσκονταν εύκολα στην πρώτη γραμμή. Υπήρξε πρόεδρος ή προστάτιδα περισσότερων από 100 φιλανθρωπικών οργανώσεων, υποστηρίζοντας μεταξύ άλλων αστέγους, παιδιά, ανθρώπους με αναπηρίες και ανθρώπους που ζούσαν με HIV/AIDS. Ιδιαίτερα τα τελευταία χρόνια της ζωής της, έγινε ένθερμη υποστηρίκτρια της εκστρατείας κατά των ναρκών. Το 1997 ταξίδεψε στην Αγκόλα και στη συνέχεια στη Βοσνία για να αναδείξει τις συνέπειες των ναρκοπεδίων στους αμάχους.

Η εικόνα της άρχισε έτσι να ξεπερνά τα όρια του παλατιού. Η Νταϊάνα αγκάλιαζε ανθρώπους που άλλοι δίσταζαν να αγγίξουν, επισκεπτόταν νοσοκομεία και καταφύγια και μιλούσε δημόσια για θέματα που προκαλούσαν αμηχανία ή φόβο. Η ίδια η βρετανική βασιλική οικογένεια αναγνωρίζει ότι η φιλανθρωπική της δράση αποτέλεσε ένα από τα σημαντικότερα στοιχεία της δημόσιας παρουσίας της.
Την ίδια στιγμή, η σχέση της με τα μέσα ενημέρωσης υπήρξε περίπλοκη. Η Νταϊάνα ήταν μία από τις πιο φωτογραφημένες γυναίκες στον κόσμο και η προσωπική της ζωή αποτελούσε καθημερινό θέμα των εφημερίδων. Οι φωτογράφοι την ακολουθούσαν διαρκώς, αναζητώντας κάθε λεπτομέρεια της ζωής της. Τη νύχτα του θανάτου της, το αυτοκίνητο στο οποίο επέβαινε καταδιωκόταν από παπαράτσι. Η τραγωδία προκάλεσε τεράστια συζήτηση για τα όρια της δημοσιογραφικής φωτογραφίας, την ιδιωτικότητα των δημόσιων προσώπων και την ευθύνη των μέσων ενημέρωσης.
Η τελευταία της περίοδος είχε συνδεθεί με τη σχέση της με τον Ντόντι Αλ Φαγιέντ. Το βράδυ της 30ής Αυγούστου 1997, οι δυο τους αναχώρησαν από το ξενοδοχείο Ritz στο Παρίσι. Λίγο αργότερα, η Mercedes S280 στην οποία επέβαιναν μπήκε στο τούνελ της Place de l’Alma. Το αυτοκίνητο συνετρίβη και η Νταϊάνα τραυματίστηκε βαριά. Μετά από περίπου δύο ώρες προσπάθειας των γιατρών να τη σώσουν, πέθανε. Ήταν μόλις 36 ετών.
Η είδηση του θανάτου της προκάλεσε ένα πρωτοφανές κύμα πένθους. Χιλιάδες άνθρωποι συγκεντρώθηκαν έξω από το Kensington Palace, αφήνοντας λουλούδια και μηνύματα. Στις 6 Σεπτεμβρίου 1997, η κηδεία της στο Westminster Abbey μεταδόθηκε σε ολόκληρο τον κόσμο. Μετά την τελετή, η σορός της μεταφέρθηκε στο οικογενειακό κτήμα των Spencer στο Althorp, όπου τάφηκε σε ένα μικρό νησί μέσα σε λίμνη.
Η Νταϊάνα δεν πρόλαβε να δει πόσο βαθιά θα επηρέαζε τη βρετανική κοινωνία ο θάνατός της. Η εικόνα της, όμως, παρέμεινε ζωντανή. Δεν έμεινε μόνο ως η γυναίκα που παντρεύτηκε τον μελλοντικό βασιλιά. Έμεινε ως η «πριγκίπισσα του λαού», ένας τίτλος που αποτυπώνει τον ιδιαίτερο δεσμό που είχε δημιουργήσει με εκατομμύρια ανθρώπους.

Ίσως τελικά αυτό να είναι και το πιο σημαντικό κομμάτι της ιστορίας της. Η Νταϊάνα γεννήθηκε μέσα στην αριστοκρατία, μπήκε στη βασιλική οικογένεια μέσα από έναν γάμο που παρακολούθησε ολόκληρος ο πλανήτης και έζησε κάτω από το αδιάκοπο βλέμμα των φωτογραφικών φακών. Όμως κατάφερε να χρησιμοποιήσει αυτή τη δημοσιότητα για να κάνει ορατούς ανθρώπους που συνήθως έμεναν στο περιθώριο. Και όταν έφυγε, ο κόσμος δεν πένθησε απλώς μια πριγκίπισσα. Πένθησε μια γυναίκα που είχε καταφέρει να κάνει τη μοναρχία να μοιάζει, έστω για λίγο, ανθρώπινη.
