Αλεξάνδρα Τσόλκα: «Να κάνουμε και λίγο στην μπάντα και να μάθουμε από τους νέους»

Home » Συνεντεύξεις » Αλεξάνδρα Τσόλκα: «Να κάνουμε και λίγο στην μπάντα και να μάθουμε από τους νέους»

Η Αλεξάνδρα Τσόλκα είναι μια μύστις της γραφής, της ανάγνωσης, της ζωής. Πρώτα αγαπάει τους ανθρώπους και μετά τις λέξεις. Άλλο που έχει καταφέρει να αγαπήσει ανθρώπους και μέσω των λέξεων. Θεωρεί την αγάπη αναλλοίωτη αξία μες στον χρόνο, στην κολυμπήθρα της οποίας βουτούσαν, βουτούν και θα βουτούν οι καρδιές των ανθρώπων. Πάντοτε κριτικός νους, ποτέ με επικριτικό τρόπο. Συμπεριληπτική before it was cool. Και τρυφερή, γενναιόδωρη, ευαίσθητη. Ζει στην Αμερική με την οικογένειά της τα τελευταία σχεδόν δέκα χρόνια, έχοντας αφήσει πίσω της παρακαταθήκη στη δημοσιογραφία και τη συγγραφή και συναδέλφους και αναγνώστες που την εκτιμούν και την παρακολουθούν από μακριά να διαπρέπει σε ό,τι καινούργιο και διαφορετικό κάνει. Η γραφή δεν μπορεί να λείπει από τη ζωή της σε οποιαδήποτε συνθήκη. Το νέο της βιβλίο με τον ενδιαφέροντα τίτλο Pax Americana έχει λίγο καιρό που κυκλοφορεί στην Ελλάδα και κάνει ήδη χαμό – καθόλου κατά τύχη. Αν μη τι άλλο, in Τσόλκα we trust και God bless Τσόλκα, guys.

Η γραφή τότε και τώρα. Η γραφή από την Αθήνα και από την Αμερική. Η γραφή στα 90s και η γραφή το 2020, 2021, 2022, 2023 και βάλε και βάλε… Η γραφή. Μίλα μας για τη γραφή.

Είμαι τόσο παλιά που μπορώ να θυμηθώ πώς ξεκίνησε η γραφή, απ’ τις πέτρες κάνοντας γρ- γρ- γρ- τα λιθάρια, άρα γραφή. Πάω πίσω, λοιπόν. Η γραφή στα τέλη 80s, όταν ξεκίνησα να βιοπορίζομαι από αυτήν. Sportime! Οι πίσω σελίδες. Τέχνες, γράμματα, τηλεόραση. Μια επιτυχία από ανέλπιστα χαζά. Βαριόμουν να γράφω το πρόγραμμα της τηλεόρασης και σημείωνα «Δείτε απόψε: Εμμανουέλα 5, τα λόγια είναι περιττά! Τώρα μιλούν τα βογγητά». Τέτοια χαζά. Επενδυτής και «Κροκοδείλια», μια σελίδα έκανε το όνομά μου γνωστό και το πρόσωπό μου άγνωστο. Ο βιοπορισμός της γραφής! Συγκέντρωση σε σημείο αφασίας εν τω μέσω βοής. Μια φορά είχαν μπει χούλιγκαν στα γραφεία για ένα πρωτοσέλιδο που τους είχε θυμώσει και σπάγανε τα πάντα με μανία. Παρατήρησα τον χαμό μόλις έβαλα την τελεία στο κείμενό μου! Σχέσεις ζωής από εκείνη την περίοδο! Και οι κολλητές μου! Η Κάλλια Καστάνη και η Χριστίνα Κατσαντώνη! Από τότε! Φαντάζονταν όλοι πως ήμουν καμιά μεγάλη γυναίκα και ήμουν ένα φρικιό με αρβύλες Dr. Martens! Γνώρισα σπουδαίους γραφιάδες. Τον Κομίνη! Τη Βασιλειάδου! Τον Θάνο Οικονομόπουλο! Τη Μέμα Αποστολοπούλου! Τη Μαλβίνα! Ήμουν τυχερή γιατί οι περισσότεροι με αποδέχονταν σαν ίση τους. Μετά Κωστόπουλος, που είχε απαιτήσεις από τα κείμενα, και Down Town, Nitro, People, Esquire, In Style! Άλλες σχέσεις ζωής! Ο Θεοδωρόπουλος, ο Ορφανίδης, ο Αναγνωστόπουλος, ο Ζόγκας, η Νάνσυ, η Κούλα, η Δώρα Μάστορα! Δυο ζωές πίσω μού φαίνεται! Η γραφή είχε δύναμη, ναι! Μας ξέρανε απ’ τις υπογραφές! Βγήκανε τα Dr. Martens και άρχισα τις γόβες! Τώρα είμαι στο παντοφλέ – γεροντέ που δεν πονάει το κότσι! Τέλειωσε και το πάρτι για τα καλά κείμενα! Δεν έχουν πια σημασία! Αχρείαστοι είναι οι γραφιάδες στα ΜΜΕ, που κι αυτά αλλάζουν συνέχεια. Διάβαζα τις δηλώσεις μιας νέας γυναίκας που έλεγε πως από το διαδίκτυο και την ενασχόλησή της με αυτό έβγαλε μέσα σε ένα χρόνο 1.000.000 ευρώ! Εγώ στην καλύτερή μου εποχή το 1.000.000 τον χρόνο για να βγάλω ήταν όχι σε ευρώ, αλλά σε λέξεις! Μα γράφω πάντα. Όχι πια για βιοπορισμό, αλλά γιατί δεν μπορώ να κάνω αλλιώς. Είναι κλινικά παθολογικό ίσως. Αυτά. Ελπίζω να απάντησα σ’ αυτό που με ρώτησες και να μην αφέθηκα σε νοσταλγική, αξιολύπητη αναπόληση.

Πώς ξεκίνησε η σχέση σου με την τηλεόραση; Τι σου λείπει από αυτήν; Παρακολουθείς ελληνική τηλεόραση;

Δεν ανήκα ποτέ στην τηλεόραση. Μου ’δωσε δουλειά στις κρίσιμες στιγμές της κοσμογονικής κρίσης για μένα, της απληρωσιάς, όπου κολοσσοί του Τύπου φάνηκε ότι στηρίζονταν σε χάρτινα πόδια και που η φούσκα έσκασε, γεμίζοντάς μας λασπουριά και ανέχεια. Ήταν καλά για λίγο! Ευφυή, λαμπερά πρόσωπα. Προβολείς. Μέικ απ και μαλλιά – να χάνεις ώρες κάθε μέρα στα λούσα, αλλά να γνωρίζεις τα καλύτερα κορίτσια που δουλεύουν εκεί! Εργατιά στα μοντάζ και στις ατέλειωτες βάρδιες με συνθήκες σκοπιάς σε θητεία. Άρχιζε να με γνωρίζει και ο κόσμος στον δρόμο, στο σουπερμάρκετ, στις ουρές για διακανονισμούς στις τράπεζες και στη ΔΕΗ. Γούσταρα τα γραφεία με τους δημοσιογράφους, την παραγωγή, τους τεχνικούς. Την πλάκα πίσω απ’ το σκηνικό. Τα πειράγματα. Τη δημιουργική διαδικασία τού «θα κάνω αυτό και θέλω αυτήν τη μουσική και αυτή την εικόνα αισθητικά». Δεν ήταν όμως για χόρταση! Κι αλίμονο αν συναντούσες για κακή σου τύχη τους παλιούς, τους survivor Μαθουσάλες του Μέσου, στον δρόμο σου. Διάδρομος, ψίθυροι, βυζαντινισμός, διπροσωπίες και όλα αυτά τα ωραία των ματαιόδοξων που σιγά και τι θα κερδίσουν τώρα απ’ τη φάση, που όσο σε βλέπει ο κόσμος υπάρχεις και μετά δεν θα σε ψάξει κανείς! Τόσο ανόητα σοπενχαουρικοί τύποι, εν αγνοία τους, που κάνουν πράξη τη ρήση του πως «ο εγωισμός είναι τόσο μεγάλος που η υφήλιος ολόκληρη δεν μπορεί να τον χωρέσει. Γιατί αν έμπαινε σε καθέναν το δίλημμα ανάμεσα στην εκμηδένιση του σύμπαντος και τη δική του προσωπική καταστροφή, δεν είναι ανάγκη να σας πω εγώ ποια θα ήταν η απάντηση». Κάπως έτσι το εξέφρασε, δεν είμαι και σίγουρη…

Τι γεμίζει περισσότερο τις μέρες σου τα τελευταία χρόνια;

Οι μέρες παίζουν όλες στο fast forward πια! Δεν καταλαβαίνω πώς περνούν! Δουλεύω. Οδηγώ. Παρατηρώ τον κόσμο. Βλέπω μεγάλα ακαταλαβίστικα όνειρα. Μαγειρεύω. Και δουλεύω. Οδηγώ. Παρατηρώ τον κόσμο. Και βέβαια γράφω, γιατί τo γράψιμο είναι μια μορφή προσωπικής νυχτερινής προσευχής, που έλεγε και ο Κάφκα. Α! Διαβάζω πολύ και θυμάμαι –ακόμη!– φράσεις που μου άρεσαν και καταφεύγω σ’ αυτές, καλή ώρα, όταν δεν βρίσκω κάτι δικό μου να πω.

Θα πήγαινες στην Αμερική μια και καλή νεότερη, πριν κάνεις οικογένεια, για να χτίσεις εκεί καριέρα;

Αργά ανακάλυψα μια βαθύτατα τυχοδιωκτική εκδοχή του εαυτού μου. Μια καλά κρυμμένη Βίκινγκ διάθεση να ανακαλύψω άλλους, άγνωστούς μου τόπους: Ισλανδίες, Γροιλανδίες και Αμερικές – Βινλανδίες. Θα μπορούσα να το κάνω, αν αφηνόμουν στο τυχαίο, αλλά δεν το έκανα. Ξέρεις, πάλι στη γραφή καταλήγουμε. Γιατί υπάρχει μέσα μου αυτό το αίσθημα πως υπάρχει κάποιος ιδανικός για μένα τόπος που πρέπει να βρίσκομαι, ο δικός μου τόπος. Μα δεν υπάρχει. Όπως στα όνειρα που θες να φτάσεις κάπου, να κρυφτείς, να γλιτώσεις από κινδύνους, αλλά τα πόδια σου είναι βαριά και οι κινήσεις σου αργές; Έτσι ακριβώς! Άρα γράφω και δραπετεύω σε αυτόν ακριβώς τον ιδανικό, προσωπικό τόπο.

Ποιες αναμνήσεις από την Ελλάδα σε κρατούν παντοτινά δεμένη μαζί της;

Τα παιδικά χρόνια. Οι γονείς μου νέοι, χαμένοι σε μια αίσθηση πορτοκαλί σαν φωτό Polaroid τραβηγμένη αμέριμνα. Οι μυρωδιές την άνοιξη. Το Πάσχα, οι φρέζες, τα μοσχομπίζελα, οι πασχαλιές. Οι μυρωδιές το φθινόπωρο και εκείνη του χώματος να αχνίζει μετά από απαλή βροχούλα. Οι μυρωδιές το καλοκαίρι. Η αλμύρα το καταμεσήμερο και το γιασεμί το βράδυ. Η αίσθηση της θάλασσας όταν κολυμπάς. Οι γεύσεις όλες. Το σταφύλι της και οι ντομάτες, γινωμένες, έτσι σκέτες, να δαγκώνεις και να τρέχουν τα ζουμιά στα δάχτυλά σου! Ο ήχος από τα τζιτζίκια, τα τριζόνια, τα αηδόνια που ήμουν τυχερή και τα άκουγα στον κήπο του σπιτιού μου κρυμμένα. Οι αλητείες με φίλους μέχρι τα ξημερώματα στο κέντρο, αφημένοι στην ψευδή βεβαιότητα μιας αιώνιας νεότητας. Αυτή λοιπόν η νεότητά μου με έχει δεμένη με αλυσίδες χοντρές μαζί με αυτή την πατρίδα, τη χαοτική και υπέροχη.

Έγραψες το όγδοο βιβλίο της ζωής σου. Pax Americana. Τι και γιατί;

Γιατί ήμουν κουρασμένη, θυμωμένη, αποκαμωμένη και ήθελα να καταφύγω στη μοναξιά της γραφής για να δω γιατί ήμουν τόσο κουρασμένη, θυμωμένη και αποκαμωμένη. Γιατί ήθελα κάπου να πω πως εδώ στην αυτοκρατορία, που μετά την Pax Romana και τη Pax Britanica επιβάλλει τη δική της κοσμοκρατορική ειρήνη, κυριαρχούν ιστορίες περιθωρίου. Για μετανάστες, πρόσφυγες, διωγμένους από πατρίδες, αυτοεξόριστους, παραβατικούς, εξαρτημένους, αποτυχημένους κάθε λογής, χοντρούς, κοντούς, ηλικιωμένους, στην άκρη ενός κόσμου ευημερίας και βεβαιότητας κυριαρχίας νυν και αεί. Γράφω για πρησμένους αστραγάλους απ’ την ορθοστασία, ξεδοντιασμένα στόματα γιατί οι οδοντίατροι είναι πανάκριβοι, αστέγους με την πρώτη καθυστέρηση του ενοικίου που δεν έχουν επιστροφή, εκείνους που κοιμούνται μετά από εντεκάωρη βάρδια στον καναπέ τους νικημένοι από την κούραση. Όλα αυτά με φόντο διαφημίσεις γιγαντιαίες σε ουρανοξύστες που προβάλλουν εικόνες υπερπολυτελών αυτοκινήτων, λουσάτων μοντέλων να διαφημίζουν μαγικά μέικ απ, οδοντίατρους για ξέξασπρα χαμόγελα εκτυφλωτικά, νέα συγκροτήματα κατοικιών παραδείσια που θες κάπου 8.000 δολάρια νοίκι για δυο δωματιάκια και ένα μπαλκονάκι διαστάσεων κουτιού μεγάλου μεγέθους παπουτσιών. Το «τι» μου είναι οι σκοτεινές, συννεφιασμένες ζωές, γιατί στη γη με τη σκιά των ψηλών κτιρίων δεν φτάνει ποτέ ακτίνα ήλιου. Όχι μόνο στις ΗΠΑ αλλά παντού όπου έχει κερδίσει η κυριαρχική τους θεωρία. Οι «πραγματικοί Αμερικανοί», οι «καθαροί Έλληνες» που «το ελληνικό αίμα μολύνθηκε! Ανακατεύτηκε πια με πακιστανικό, αφγανικό, ιρανικό, ιρακινό, αλβανικό και βάλε…» που κήρυττε ορθόδοξος μητροπολίτης, οι «τέλειοι Σουηδοί», οι «καθαρόαιμοι απόγονοι των Ρωμαίων Ιταλοί», οι «αυθεντικοί Βέλγοι» –βάλε εσύ όποιο επώνυμο υπεροχής και κατοίκους χώρας θες!– αφήνονται σε θεωρίες συνωμοσίας για κάποιες ελίτ, μπορεί και εξωγήινους ή Νεφελίμ, που φέρεται να σχεδίαζαν να καταστρέψουν τα προς το ζην και τις παραδόσεις των ορίτζιναλ για δικό τους όφελος. Καιάδες ανοίγοντας να πεταχτούν στην άβυσσο του πλούτου, του ονείρου του καταναλωτισμού όλοι οι διαφορετικοί, εκείνοι που απειλούν, που θυμίζουν, που καθρεφτίζουν φόβους. Και όλοι αυτά τα ξέφτια του πολυτελούς κοινωνικού ιστού είναι τόσο πολλά και κάποτε μας μοιάζουν αν δεν κινδυνεύουμε να είμαστε εμείς. Στην Αμερική δε κυριαρχεί το «άντρας λευκός προτεστάντης». Δεν είμαι δύο από αυτά και για τη λευκότητά μου η σκουρωπή μου σάρκα κάνει τη μεσογειακή μου καταγωγή να ξεκαρδίζεται. Άρα ευκολάκι για την ομάδα «ξέφτια» κι εγώ!

Πόσο ανοιχτή παραμένεις στη νέα γνώση; Στα καινούργια ερεθίσματα και στους κανόνες της ψηφιακής εποχής που καλπάζει γρηγορότερα κι από τη σκιά της;

Μωρέ εγώ ανοιχτή παραμένω, η νέα γνώση και η ψηφιακή εποχή όμως δεν μου ανοίγονται μετά χαράς! Κάνω ό,τι μπορώ, αλλά πιστεύω επίσης πως ήρθαν νέες γενιές που σε μένα και στους συνομηλίκους μου μας ρίχνουν στα αυτιά σε γνώσεις, αντιληπτικότητα, κοινωνική ενσυναίσθηση, τεχνολογίες, όραμα για ένα νέο κόσμο. Να κάνουμε και λίγο στην μπάντα και να μάθουμε από τους νέους θα πρέπει. Πάει ο καιρός της πρωτοπορίας μας. Ας ακούμε και λίγο. Ας προσπαθούμε να μαθαίνουμε από αυτούς που τους πέφτει λόγος.

Ποιες αξίες θεωρείς ότι θα παραμείνουν αναλλοίωτες; Υπάρχουν, ας πούμε, πράγματα και καταστάσεις που βλέπεις ότι υπήρξαν κοινά για σένα και για τις κόρες σου που μεγάλωσαν και μεγαλώνουν σε αυτήν ακριβώς την εποχή;

Η αγάπη.

Στέλνω τις ερωτήσεις απόγευμα Μεγάλης Πέμπτης. Θυμάσαι κάποιο ειδυλλιακό περασμένο Πάσχα με όλα τα αγαπημένα πρόσωπα τριγύρω; Πιστεύεις στην κατάνυξη;

Όλα στην Ελλάδα, που δεν ξέρω αν είναι η ωραιότερη χώρα του κόσμου –μάλλον όχι–, αλλά για μένα ναι, γιατί είναι οι μνήμες, τα παιδικά χρόνια σε εκκλησιές, να μοσχοβολάνε αγριοκέρι και λιβάνι – μόσχο στα χωριά των παππούδων, όταν ο χρόνος κυλούσε βασανιστικά και άχρονα αργά, τα μεσημέρια της ησυχίας και του ύπνου των μεγάλων διαρκούσαν για πάντα και είχαν ο κόσμος χρώματα και μυρωδιές οι μήνες, στις εσχατιές του κόσμου, αυτό μόνο μπορεί να ’ναι Πάσχα και κανένα άλλο. Δεν υπάρχει εδώ αυτή η συνολική σιωπή και προσμονή. Ο ήχος ο πένθιμος της καμπάνας και η στέρηση, κάποια νηστεία, μια μικρούλα αυτοτιμωρία. Δεν έχει αγριολούλουδα σαν κατακόκκινες αιμάτινες παπαρούνες ή μοβ λυτρωμένες πασχαλιές, μικρά κυκλάμινα συστολικά να στρέφουν το λιγωτικό τους χρώμα το έντονο στο χώμα. Δεν έχει τη λαχτάρα πια για τα ρούχα τα καλά, τα καινούργια και τα κόκκινα ή λευκά λουστρίνια παπούτσια στο κουτί, να φορεθούν στην Ανάσταση και την Κυριακή την πολυπόθητη του Πάσχα. Και πού είναι οι λαμπάδες με κορδέλες, στολίδια, τούλια και χρώματα ανοιξιάτικα τρελά; Σχεδόν δεν κάνει άνοιξη εδώ. Ή δεν κάνει άνοιξη για μένα πια. Ξέρεις, αυτή την άνοιξη λέω, την εκμαυλίστρια, την ικανή να σ’ αφαιρέσει, να σε τρελαίνει, να σου απαγορεύει και να σου υπόσχεται. Να μοιάζει πάντα κεριά αναμμένα σε λιτανείες και περιφορές, βλέμματα σκοτεινά, ελάχιστα φωτισμένα σε φλόγα που τρεμοσβήνει, που κάνουν Χιροσίμα από το πάθος και αγγίγματα τυχαία, να γίνονται εγκαύματα στην ανύποπτή σου σάρκα. Και να ’χει πάντα συννεφιά τη Μεγάλη Παρασκευή. Και ήλιο την Ανάσταση. Και η γλύκα του θανάτου με την υπόσχεση της αρχής της πάλι και η θυσία και η προσφορά να ’ναι καιρός και μνήμη και συνέχεια και όλο τέλος και πάλι αρχή και δώσ’ του και ξανά και τίποτε να μη τελειώνει και η μνήμη να ’ναι γεμάτη βεγγαλικά και πυροτεχνήματα να σκάνε σε φιλημένο κατακόκκινο Μάη στον αέρα…

Τι ονειρεύεται και τι σχεδιάζει για το τώρα και το μετά η Αλεξάνδρα αυτή την περίοδο της ζωής της;

Τίποτε! Αφήνομαι ως μονάδα να δρω αναγκαστικά, μέσα στην τυχαιότητά μου και στο απρόβλεπτο των χαοτικών επιλογών μου.

Το βιβλίο της Αλεξάνδρας Τσόλκα Pax Americana κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα στα βιβλιοπωλεία

Picture of Γεωργία Δρακάκη

Γεωργία Δρακάκη

Η Γεωργία Δρακάκη γεννήθηκε στην Αθήνα το 1992. Σπούδασε Νομικά και, μεταπτυχιακά, Δημοσιογραφία στο ΕΚΠΑ. Είναι συγγραφέας και δημοσιογράφος. Έχει ασχοληθεί επί σειρά ετών και συνεχίζει με κείμενα, ραδιοφωνικές εκπομπές και podcasts γύρω από την πόλη, τον πολιτισμό, την γαστρονομία, τις ανθρώπινες σχέσεις και το σεξ. Έχει γράψει θεατρικά έργα που έχουν παιχτεί σε αθηναϊκές σκηνές. Κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Κάκτος το βιβλίο της ''Ο Τάσος πέθανε''.

Αλεξάνδρα Τσόλκα: «Να κάνουμε και λίγο στην μπάντα και να μάθουμε από τους νέους»

Most Popular

Share on Social Media

Νεότερα Άρθρα
Scroll to Top