Συνεντεύξεις

Ανδρουλάκης στο Utopia Zone: «Δεν το κάνω εγώ για να το κάνεις εσύ…»

Νίκος Ανδρουλάκης
Νίκος Ανδρουλάκης

Με την πρεμιέρα της παράστασης «Ο Ηλίθιος» του Ντοστογιέφσκι να πλησιάζει, καθίσαμε με τον Νικόλα Ανδρουλάκη για μια κουβέντα που ξεφεύγει από τα συνηθισμένα. Ο Νικόλας δεν είναι ένας καλλιτέχνης που ακολουθεί προκαθορισμένα μονοπάτια. Από παιδί μοναχοπαίδι, που περνούσε ατελείωτες ώρες παίζοντας με LEGO, διαβάζοντας βιβλία και παρακολουθώντας ταινίες, μέχρι σήμερα που στήνει παραστάσεις και πειραματίζεται, η πορεία του είναι γεμάτη περιέργεια, αυθεντικότητα και πάθος για τη δημιουργία.

Στη συζήτησή μας μιλάει ανοιχτά στο Utopia zone για την έμπνευση που αντλεί από τη ζωή γύρω του, για το πώς η τέχνη μπορεί να αλλάξει τον κόσμο, αλλά και για το πώς η δημιουργία του «Ηλίθιου» γίνεται μια προσωπική και συλλογική εμπειρία, που αγγίζει τους θεατές πέρα από τη σκηνή. Οι σκέψεις του είναι βαθιές, με χιούμορ και φιλοσοφική ματιά, αλλά πάντα προσιτές και ανθρώπινες.

Αυτό που μένει στο τέλος είναι η αίσθηση ενός ανθρώπου που βλέπει τη ζωή σαν παράσταση, αλλά όχι για τη δόξα ή την αναγνώριση για τη χαρά του να δημιουργεί, να συνδέεται και να αφήνει ένα ίχνος αλήθειας σε όποιον παρακολουθεί τη δουλειά του. Και ίσως γι’ αυτό η συνάντηση μαζί του είναι όχι απλώς μια συνέντευξη, αλλά μια εμπειρία, μια μικρή βουτιά σε έναν κόσμο όπου η τέχνη, η αγάπη και η ζωή είναι αξεχώριστα.

Θα ήθελα να μας περιγράψεις εσύ τον εαυτό σου.

Παιδάκι είχα πλάκα. Που σημαίνει ότι, ως μοναχοπαίδι, αυτοψυχαγωγούμουν περνώντας ατελείωτες ώρες παίζοντας με τα παιχνίδια μου, αμέτρητες ώρες με κατασκευές LEGO και μετέπειτα διαβάζοντας δεκάδες και παίζοντας τότε τα πρώτα σπουδαία βιντεοπαιχνίδια του 21ου αιώνα. Αλλά ταυτόχρονα ψυχαγωγούσα και τους άλλους. Έκανα μεταμφιέσεις και έκανα και κάνω ακόμη μιμήσεις, κάτι που πολύς κόσμος δεν θα φαντάζεται. Πριν δυο χρόνια για παράδειγμα ήπια για πρώτη φορά καφέ με τον Λάκη Λαζόπουλο, επειδή ενθουσιάστηκε με τις μιμήσεις όταν τον είχα κάνει tag σε αλλεπάλληλα βίντεο που είχαμε γυρίσει με φίλους, σε διακοπές, όπου αυτοσχεδίαζα οδηγώντας στην Νάξο, με τη μέθοδο που δουλεύουμε στην ομάδα, έναν αέναο μονόλογο με όλους τους Δέκα Μικρούς Μήτσους εναλλάξ.

Θέλω να πω ότι η σχέση μου με το θέατρο δεν είχε την «ορθοκανονική» διαδρομή ενός ανθρώπου του θεάτρου. Δεν είδα πολύ θέατρο στην εφηβεία μου ούτε μετείχα σε θεατρικές ομάδες. Έβλεπα όμως πολύ σινεμά από πολύ μικρός. Οι γονείς μου δεν είχαν τη συνήθεια να πηγαίνουμε οικογενειακώς στο θέατρο, αλλά στο σπίτι έβλεπα αμέτρητες ταινίες. Έζησα και τη μεγάλη μετάβαση από τη βιντεοκασέτα στο DVD, όλη εκείνη την επανάσταση της εικόνας πριν τη σημερινή δορυφορική εποχή με τις πλατφόρμες. Επίσης, η άσκηση της ρητορικής τέχνης σε επίπεδο πρωταθλητισμού στα σχολικά χρόνια ήταν που με ξεφόβισε. Αυτό είναι το πιο σημαντικό βήμα για την ενασχόληση με το θέατρο. Η απόφαση της έκθεσης.

Νικόλας Ανδρουλάκης

Θεωρείς ότι όλο αυτό σε διαφοροποιεί από άλλους καλλιτέχνες;

Όχι ιδιαίτερα. Απλώς εμένα αυτά με ψυχαγωγούσαν, αυτά με ζύμωσαν. Κάθε πλάσμα έχει τη δική του ιστορία. Εγώ από πολύ νεαρή ηλικία έβρισκα γοητεία στην καλλιτεχνική πνευματικότητα, κυρίως του κινηματογράφου. Αυτό ήξερα, αυτό αγαπούσα. Και φυσικά τα βιβλία, που τα είχαμε σε αφθονία.

Πώς μεγάλωσες;

Μεγάλωσα σε εκείνη τη φάση της Ελλάδας του «μεγάλου ονείρου», λίγο πριν και λίγο μετά τους Ολυμπιακούς Αγώνες. Ο έφηβος Νικόλας, με τα σπυράκια, τα σιδεράκια και την αθωότητά του, βίωνε όλη αυτή την ψευδαίσθηση ανάπτυξης και της ευμάρειας. Σπούδασα οικονομικά. Φανταζόμουν Wall Street, μεγάλες καριέρες. Πολύ γρήγορα όμως, από το πρώτο–δεύτερο έτος, κατάλαβα ότι με ενδιέφερε όχι τόσο ο ρόλος του οικονομολόγου, όσο ο επιδερμικός χαρακτήρας του ρόλου, το παιχνίδι, η αφήγηση. Κάπου εκεί άρχιζα να αναρωτιέμαι αν έκανα λάθος επιλογή. «Μήπως να είχα σπουδάσει ιατρική; Νομική;». Και συνειδητοποιησα ότι σε όλα επιστημονικά επαγγέλματα με γοήτευε ένα πολυσυλλεκτικό εύρος γνώσης, αλλά όχι η αφοσίωση ως την καθημερινή άσκησή τους ως επαγγέλματα. Αυτό που με αφύπνισε ήταν εκείνο που έκανα παιδάκι με τα LEGO, να δημιουργώ, να παίζω, να δραματουργώ, να σκηνοθετώ. Δεν ήταν απλή παιδική τσαχπινιά. Ήταν κάτι που με γέμιζε βαθιά.

Έτσι φτάνεις στο θέατρο. Πού σπούδασες;

Στην Δραματική Σχολή Αθηνών, «Γ. Θεοδοσιάδης». Είναι ένα μεγάλο ταξίδι από την πρώτη μέρα σχολής το 2009 ως σήμερα. Σεμινάρια, εργαστήρια, συνεργασίες, γνωριμίες. Με πιο ιερή στιγμή τη σπουδή μου στη μέθοδο του αγαπημένου δασκάλου, Θεόδωρου Τερζόπουλου, το 2022. Κάπως έτσι, σπουδαστικά, γνώρισα και τη συνέταιρο και συνοδοιπόρο μου στο θέατρο, την Αντιγόνη, με την οποία συναντηθήκαμε στο Εθνικό Θέατρο, στο Στούντιο Νέων Συγγραφέων το 2017, όπου για δύο χρόνια ήμασταν νέοι δημιουργοί. Από το 2014 έμαθα τι σημαίνει να στήνεις μόνος σου και με φίλους συνεργάτες παραγωγές, τι σημαίνει ομάδα, εξέλιξη, διαδρομή, ρίσκο, επιχείρηση. Σε όλο το φάσμα της έννοιας.

Γι’ αυτό λες ότι δεν είσαι καριερίστας;

Δεν πάω σε ακροάσεις ως ηθοποιός, δεν κυνηγάω παραγωγές, δεν με ενδιαφέρει να κάνω τρεις και τέσσερις σκηνοθεσίες τον χρόνο. Με ενδιαφέρει το έργο, όχι η καριέρα. Η πρωτογενής δημιουργία και η άμεση απεύθυνση στο κοινό. Κι όποτε θελήσουν οι μεγάλοι παραγωγοί κι οι θεσμοί, θα ασχοληθούν κι αυτοί με το έργο μας.

Τι σημαίνει για σένα καριερίστας;

Δύο πράγματα, βασικά, να καταπιάνεσαι με κάτι με στόχο την αναγνώριση και την οικονομική απολαβή. Εμένα με ενδιαφέρει το έργο για το έργο. Και είναι ευλογία όταν γεμίζουν οι παραστάσεις και έχουμε ανταπόκριση και είναι βιώσιμες οι παραγωγές. Ως θέση όμως αυτό έχει κόστος, γιατί δεν είμαι πλούσιος, άρα δεν είμαι χομπίστας. Είναι το μεγάλο μου δίλημμα. Όποιος δει την παράσταση καταλαβαίνει ότι ο ήρωας της σκηνής, ο «Ηλίθιος», θέλει να κάνει επάγγελμα την αφοσίωση στην τέχνη και την αλληλοβοήθεια ως πολιτική πράξη, όχι την καριέρα για τη δόξα και τα λεφτά.

Από πού εμπνέεσαι;

Από εσένα. Τώρα, εδώ. Από το περιβάλλον μου. Κι αν πας στο Αφγανιστάν, θα εμπνευστείς από το Αφγανιστάν. Ουσιαστικά, όλοι εμπνεόμαστε από ό,τι ζούμε γύρω μας. Αυτό που λένε οι μανάδες στα παιδιά «να έχεις καλές παρέες» λίγο άγαρμπα, λίγο σκληρά ίσως, αλλά σοφά. Γιατί, το αυτό αυξάνει το καθαυτό. Έτσι, όπως δείχνει η ιστορία, ο δυνάστης προσπαθεί να μη γίνει διαδήλωση· γιατί η διαδήλωση φέρνει κι άλλη διαδήλωση.

Πώς φιλτράρεις τους ανθρώπους που έχεις δίπλα σου;

Προσπαθώ… αφιλτράριστα. Όπως όταν έπινα ακόμη αλκοόλ, μου άρεσε η αφιλτράριστη, η απαστερίωτη. Σε έναν κόσμο γεμάτο φίλτρα, προτιμώ χωρίς. Υπάρχει το φίλτρο που βοηθάει και το φίλτρο που θολώνει. Δεν νομίζω ότι χρειαζόμαστε φίλτρα. Χρειαζόμαστε ευγένεια, υπομονή και παραδοχή του αγνώστου.

Με εμπνέουν οι άνθρωποι και προσπαθώ να ξεκινάω από το «συν άπειρο» της αγάπης μου, που φτάνει ως το σχεδόν μηδέν — γιατί η αγάπη δεν έχει αρνητικό πρόσημο. Στις παραστάσεις μου, ο «Ηλίθιος» είμαι εγώ. Και εκεί αγαπώ όλο τον κόσμο, τη μάνα μου, τον πατέρα μου, τον μεγαλύτερο έρωτα της ζωής μου. Τους αγαπώ όλους στον μέγιστο βαθμό. Κι αυτόν που θα πούμε ειδεχθή ή εχθρό, απλώς τον αγαπώ πιο λίγο απ’ όλους. Αλλά αρνητικό πρόσημο ποτέ. Έτσι τελειώνεις το μίσος.

Κάνω και μια άσκηση σε φιλοσοφικά εργαστήρια, βάζουμε τους δέκα πιο αγαπημένους μας ανθρώπους σε σειρά. Ο «Προκρούστης της αγάπης». Είναι ένα παιχνίδι που δείχνει πόσο άπειρη είναι η αγάπη. Αφού αντέχεις να πεις άπειρο πλην μια σταγόνα για τον δεύτερο. Άπειρο πλην δέκα σταγόνες. Άπειρο πλην μια λεκάνη. Σιγά τη διαφορά. Έτσι φτάνεις φιλοσοφικά να μη μισείς ούτε τον εχθρό, αλλά να τον αγαπάς απλώς «τελευταίο». Κοντά στο μηδέν, αλλά τελείως διαφορετικό από το γενικό, αόριστο και ανόητο μίσος, που για μένα δεν υπάρχει.

Πώς το εννοείς αυτό;

Το μίσος δεν υπάρχει. Είναι πλάνη. Είναι αντίλαλος, ένα απόστημα μιας αγάπης αδικοχαμένης. Είναι φάντασμα δευτερογενές. Πρωτογενές μίσος δεν υπάρχει. Η ιστορία το δείχνει: καθαρτικές ιστορίες όπου οι εχθροί κλαίνε και αγκαλιάζονται αποδεικνύουν ότι το μίσος είναι ψέμα.

Γιατί κάποιος να δει την παράστασή σου;

(Κάνει παύση.)

Είναι ωραίο ερώτημα, γιατί έχει ένα θράσος. Ένα ταπεινό θράσος. Οπότε θα σου απαντήσω κι εγώ με ένα ταπεινό θράσος.

Αυτό που εξελίσσουμε και ασκώ, μέσα στην απλότητά του, είναι τόσο βαθύ και τόσο συγκινητικό, που σου δίνει ζωτικό χώρο, από το να μισήσεις μέχρι να λατρέψεις. Και σου δίνει κι ένα μικρό βοήθημα -για να μη μισήσεις τελικά ούτε να λατρέψεις, αλλά να συγκινηθείς κυριολεκτικά, να μετατοπιστείς, απλά και ορθολογικά.

Και επειδή δίνω το κινητό μου τηλέφωνο σε όλους τους θεατές, με στοιχεία ταυτότητας —ο ήρωάς μου γίνεται αντιδάνειο της δικής μου κοινωνικής ύπαρξης. Λαμβάνω μηνύματα μήνες μετά. Όχι μόνο την επόμενη μέρα, αυτό έχει σημασία. Μήνες μετά, κατεβατά, εξομολογήσεις, συνομιλίες, ανάγκη ανθρώπων. Το πιο χαρακτηριστικό ήταν φέτος, όπου μια μάνα που μου είπε «Αυτό είναι το μέλλον που θέλω για τα παιδιά μου».

Θεωρείς ότι οι λέξεις είναι κοινωνικά κατασκευάσματα;

Όχι. Ο λόγος υπάρχει. Είναι το υπέροχο σύμπαν του φανταστικού. Ξεκινά από την έννοια, υπερβαίνει την πραγματικότητα και είναι πολύ συγκινητικό ότι χρειάζεται την ταπεινή, θνητή μας πραγματικότητα, των έμβιων όντων -και αύριο, μεθαύριο, ίσως και του homo roboticus. Όπως το λέω «όχι AI». Χάρη στο μετρήσιμο πραγματικό, συντελείται το φανταστικό που κατοικεί στο άπειρο της συνείδησης. Είναι υπέροχη αυτή η αυμπαντική αλληλοσυμπλήρωση.

Σε ενοχλεί όλη αυτή η εξέλιξη με την τεχνητή νοημοσύνη;

Καθόλου. Απλώς αντιλαμβάνομαι το τεράστιο ρίσκο ότι όλα το γιν και το γιανγκ, το φως και το σκοτάδι, η δυναμική της αγάπης και του πολέμου θα κληροδοτηθούν. Με την ελπίδα ότι αυτές οι -πιο υψηλής αναλυτικής ικανότητας- οντότητες θα κινηθούν προς τον ορθολογισμό. Και ο ορθολογισμός, αν με ρωτάς, επιστρέφει στον φωτεινό πυρήνα κάθε θρησκείας, πριν προλάβει ο εγωισμός του θνητού ανθρώπου να τον καπηλευτεί. Άρα το λογικό είναι η καλοσύνη.

Μακάρι το AI, ο «homo roboticus», να μας κληρονομήσει με κατανόηση, όπως ένα παιδί που καταφέρνει να υπερβεί τα πάθη της οικογένειας — κι όχι να γίνει αυτό που όλοι τρέμουμε, μια στρατιά οντοτήτων χωρίς συναίσθηση, όπως ίσως ονειρεύονται οι κοινωνιοπαθείς νάρκισσοι που ελέγχουν τις μεγάλες εταιρίες. Και αυτό που εμείς λέμε αγάπη, το συν άπειρο της αναλυτικής ικανότητας, ίσως -τελικά- οδηγήσει σε μιαν απρόσμενη λογική αγάπη.

Μίλησες για την υπερεκκείμενη πίστη. Πιστεύεις στον Θεό ή σε κάτι ανώτερο;

Θα σου πω, από έξω προς τα μέσα, δεν γίνεται να μην πιστεύω. Ο άνθρωπος είναι μια ντετερμινισμένη οντότητα. Ακόμα και ο άθεος, επί της αρχής, δομικά πιστεύει στο «(-1) θεός), στην απουσία του Θεού δηλαδή. Άρα και η αθεΐα είναι πίστη επί της αρχής σε κάτι, δομικά, για τον ανθρώπινο νου. Και από τη στιγμή που κάτι είναι πίστη για κάτι εκτός του πεδίου ορισμού της ύπαρξης, αν είναι απόλυτη και δογματική γίνεται θρησκευτικό υλικό. Ακόμα και ο σκεπτικισμός. Ακόμα και η ταπεινή παραδοχή του «δεν ξέρω». Έστω 0,001 κλίνει προς τα κάπου. Είναι σπουδαία άσκηση το «εν οίδα ότι ουδέν».

Όσο μεγαλώνω και κάνω αυτόν τον «γύρο της βάρκας», με τους ναυλωμένους κόσμους, όπως λέει πολύ ωραία το δίστιχο της Κικής Δημουλά, συνειδητοποιώ κάτι: στον κόκκο της ανυπαρξίας, σε αυτό το «μέσα μέσα», πιο μέσα κι από τα κύτταρα, εκεί που δεν φτάνει ούτε νευρώνας, ούτε τσιπάκι, στο απόλυτο τίποτα της αβύσσου που λέει ο Καζαντζάκης, αν το επίκεντρο του νου και της ύπαρξής μας τείνει κάθε στιγμή στο μηδέν, τότε είμαστε αυτά τα 21 γραμμάρια της ψυχής. Που τελικά δεν ζυγίζουν τίποτα. Κι αυτό το τίποτα, για μένα, έχει το άπειρο του φανταστικού. Όσο και η λέξη «Θεός». Άρα ο θεός κατοικεί εντός μας. Όπως κι αν τον πεις. Όπως κι αν τον βιώνεις.

Στα φιλοσοφικά εργαστήριά μου, για να φύγουμε για λίγο από την ποίηση που κουβαλά κάθε λέξη, τα λέμε όλα «τυρόπιτα». Τυρόπιτα ο Θεός, τυρόπιτα το όπλο, τυρόπιτα το πόδι, τυρόπιτα ο θερμοσίφωνας. Όλα για λίγο τυρόπιτα. Αν λοιπόν η «τυρόπιτα» είναι ο Θεός ως άυλη έννοια, δεν χρειάζεται να γραφτεί κάπου. Υπάρχει. Και εδώ, με χιούμορ, ο ήρωάς μου στο θέατρο λέει «ποιος, αυτός; 1-0».

Ο Θεός για μένα υπάρχει και είναι συγκινητικός. Μπορεί να παίρνει τη μορφή ενός ανθρώπου της Μέσης Ανατολής — του Χριστού που τον φανταζόμαστε συχνά ξανθό μεσσία όπως στις εικόνες, ενώ δεν ήταν έτσι. Υπάρχουν στιγμές που θέλω αυτόν τον Χριστό μέσα μου. Υπάρχουν στιγμές που έρχεται ένας Βούδας. Ή η μάνα μου. Ή εκείνη, ο μεγάλος έρωτας. Ή εγώ παιδάκι.

Γι’ αυτό και στον «Ηλίθιο» έχω εμένα παιδί στα υλικά του έργου. Το παιδί έχει ορθό λόγο. Από τη λέξη «Θεός» μέχρι τη λέξη «τυρόπιτα», όταν κάτι το καταλάβει, το εννοεί. Δεν λέει «Θεός» — αυτό το μαθαίνει. Πιστεύω λοιπόν στον Θεό, γιατί δεν γίνεται να μην πιστεύω. Και όσο περισσότερο αποδέχομαι την ποίηση αυτής της ζωής που ζω εδώ, στην Ελλάδα, όπου μεγάλωσα, ενώ είμαι ανεξίθρησκος, τόσο βιώνω πιο γερό ένα τρυφερό, πραγματικό ευλαβικό δέος για τον Άγιο Νεκτάριο, τον Άγιο Νικόλαο, την Αγία Κυριακή. Έχουν και ωραίες ηρωικές ιστορίες· περισσότερα για όποιον θέλει να τις ψάξει.

Θεωρείς ότι η τέχνη είναι αυτή που αλλάζει τον κόσμο;

Ναι. Αν αποδεχτούμε ότι η τέχνη έχει ως πρώτο συστατικό την αγάπη. Και θα μου πεις: «Τι είναι η αγάπη;» Εδώ αρχίζει το δύσκολο και καταλήγουμε πάλι σε μια θρησκευτική απλότητα. Αγάπη είναι ο άλλος. Και ο άλλος είσαι κι εσύ αύριο, και ήσουν εσύ χτες. Αλλά να είναι εκροή: να θέλεις να προσφέρεις. Και ιδανικά, σε όλους. Αποδέχομαι ότι πρώτα θέλεις τους πιο αγαπημένους σου. Αλλά να μην κόβει εκεί η κάνουλα. Να τους χωράει όλους. Αλλιώς δεν είναι ακριβώς αγάπη· είναι συμφέρον.

Ζούμε όμως σε μια κοινωνία όπου κυριαρχεί το συμφέρον.

Ναι. Και αύριο μπορεί να ζούμε σε παγκόσμιο πόλεμο. Θα κάνουμε κι εμείς πόλεμο; Εσύ ορίζεις εσένα. Κι άλλοι τους άλλους. Και για τους άλλους, οι άλλοι είμαστε εμείς. Αυτό που λένε κάποιοι κάρμα. Το ζήτημα άρα είναι τι αναπαράγουμε.

Η ζωή η ίδια είναι παράσταση. Το πρωί που ξυπνάς, κοιτάζεσαι στον καθρέφτη και έχεις ξεκινήσει να παίζεις. Το θέμα είναι: για ποιον; Και αν αυτή η παράσταση είναι αγαθή και ειλικρινής ή κύβδυλη. Η κύβδυλη παράσταση αναπαράγει φόβο. Η ειλικρινής μπορεί να γίνει φωτεινή, ενάρετη, αγαθή. Και τότε, πάνω στη σκηνή, η αναπαράσταση του φόνου δεν είναι για τον φόνο, αλλά για τον μη φόνο. Αλλιώς απλώς αναπαράγουμε: τη ντροπή, τον φόβο, το μίσος, τον φόνο.

Το λέω και στην παράσταση «Ηλίθιος» — από τον Καμί και τον Ντοστογιέφσκι μέχρι την Άντζελα Δημητρίου, γιατί έτσι είναι η σύνθεση του δικού μου γίγνεσθαι: όπου υπάρχει αγάπη, γίνεται αγάπη· όπου υπάρχει φόβος, γίνεται φόβος· όπου υπάρχει μίσος, γίνεται μίσος· και όπου υπάρχει φόνος, γίνεται φόνος. Το έχει πει η Λαίδη, σαν σοφή. Το συναίσθημα αναπαράγει συναίσθημα και γίνεται στο τέλος πράξη.

Ο Τραμπ, για παράδειγμα, είναι η εκπλήρωση ακριβώς αυτών που πρεσβεύει. Τι μας ξαφνιάζει; Και αυτοί που ερεθίζονται μαζί του φέρουν τα ίδια υλικά. Είναι δυστυχία — αλλά υπάρχει και αυτό στον άνθρωπο. Το θέμα είναι αν το αναπαράγεις αυτό ή αν παράγεις πρωτογενώς την αλλαγή που ζητάς.

Τι είναι τελικά το πιο σημαντικό για σένα;

Αυτά που αντέχω να μην πω. Να μη γράψω. Να μη σχολιάσω. Να μην απαντήσω. Να μην στείλω. Η εγκράτεια. Η πίστη στο ανείπωτο. Ακριβώς επειδή έχω ριζώσει τη δύναμη να μπορώ να λέω. Να εκφράζομαι. Δες το σχήμα.

Η εγκράτεια είναι τεράστιο πράγμα. Και για μένα είναι μια θρησκευτική πράξη — χωρίς ψυχαναγκασμό όσο μπορώ. Να λες «είναι ok, δεν χρειάζεται να μπω κι εγώ σε αυτό». Δεν ήμουν πάντα έτσι. Βρέθηκα να κλονίζομαι και να χάνομαι στο παρελθόν. Είναι προσωπικός μόχθος αυτά που σου εξιστορώ πια.

Ζούμε σε ένα meme theory, σε μια αέναη λούπα που γίνεται fuga και viral. Δεν θα δεις στα κοινωνικά μου δίκτυα να αναπαράγω κάτι που δεν θεωρώ άξιο αναπαραγωγής. Δεν ζω για να σχολιάζω και να στιλιτεύω. Θέλω να είμαι πρωτογενής δημιουργός, όσο μπορώ, στους λόγους και τους αντίλογους μου.

Έκανα TikTok για τον «Ηλίθιο» και μιλάει ο ήρωας. Δηλαδή εγώ, στη συνθήκη. Δέκα και δεκαπέντε λεπτά ενδελεχή βίντεο «ηλιθιότητας», ενώ το φορμάτ λέει τριάντα δευτερόλεπτα και catchy. Κι όμως, δημιουργείται ένας μικρός πυρήνας.

Αν το κάνουν κι άλλοι, θα πει ότι θέλουν. Ότι θέλουμε. Αν δεν το κάνουν, δεν πειράζει. Το κάνω εγώ. Δεν το κάνω για να το κάνουν οι άλλοι.

Αυτό είναι και το νόημα του «Ηλίθιου»: δεν το κάνω για να το κάνεις εσύ.

Διαβάστε ακόμα: Γεωργία Παναγοπούλου στο Utopia Zone: Το κρασί μιλά – αρκεί να ξέρεις να το ακούσεις

Newsletter Popup