Ο Γιώργος Κουμιανός γράφει σαν να μην υπάρχει «αύριο». Στα social media τα κείμενά του περνούν γρήγορα, αλλά αφήνουν σημάδι: ωμά, τρυφερά, ερεθιστικά, αληθινά. Δεν προσπαθεί να σε εντυπωσιάσει απλώς λέει όσα νιώθει, όπως τα νιώθει. Και εκεί ακριβώς τον ακολουθεί ο κόσμος, γιατί νιώθει ότι βλέπει κάτι δικό του στις λέξεις του.
Το βιβλίο του «Άκρως Ερεθιστικών» δεν είναι απλώς μια συλλογή κειμένων. Είναι στιγμές που μένουν μαζί σου, μικρές εκρήξεις συναισθημάτων που δεν προσπαθούν να εξηγήσουν τίποτα, αλλά σε κάνουν να νιώσεις κάτι. Χωρίς συμβουλές, χωρίς λύσεις, μόνο με αλήθεια.
- Πότε κατάλαβες ότι η γραφή δεν είναι απλώς έκφραση, αλλά ανάγκη;
Κάποια στιγμή κατάλαβα ότι δεν έγραφα για να πω κάτι, αλλά για να μπορώ να υπάρχω μέσα σε αυτό. Όταν δεν έγραφα, κάτι μέσα μου έμενε ανείπωτο και βαρύ. Εκεί συνειδητοποίησα πως η γραφή δεν ήταν επιλογή ή χόμπι, αλλά ανάγκη.
- Τι σε ελκύει περισσότερο στη μικρού μήκους ταινία σε σχέση με άλλες μορφές αφήγησης;
Η μικρού μήκους ταινία μου θυμίζει ποίημα. Δεν εξηγεί, υπαινίσσεται. Δεν αφηγείται τα πάντα, αφήνει κενά για να τα συμπληρώσει ο θεατής. Αυτή η οικονομία και η ένταση είναι που με ελκύουν περισσότερο.

- Πώς γεννιέται συνήθως ένα κείμενό σου: από εικόνα, συναίσθημα ή φράση;
Συνήθως η αφετηρία είναι ένα συναίσθημα ή μια εικόνα. Η φράση έρχεται μετά, σαν αγκίστρι. Από εκεί και πέρα το κείμενο χτίζεται σταδιακά, χωρίς προκαθορισμένο τέλος. Μπορώ να πάρω έμπνευση από ένα σταυροπόδι που κάνει μια γυναίκα πίνοντας το κρασί της, από μια αγκαλιά που είναι χίλια συναισθήματα ή από μια φράση όπως το «άντε γαμήσου».
- Πόσο αυτοβιογραφικά είναι τα κείμενα που μοιράζεσαι στα social;
Είναι αληθινά χωρίς να είναι κυριολεκτικά. Ξεκινούν από μένα, αλλά δεν σταματούν σε μένα. Η αυτοβιογραφία υπάρχει σαν ίχνος, όχι σαν εξομολόγηση.
- Το βιβλίο τι θέση έχει μέσα σου;
Το βιβλίο είναι ένας πιο αργός, πιο ειλικρινής χρόνος. Εκεί τα κείμενα δεν περνούν, μένουν. Είναι μια μορφή εμπιστοσύνης ανάμεσα σε μένα και τον αναγνώστη. Έχει το δακτυλικό του αποτύπωμα πάνω του. Αγαπώ το πρώτο μου βιβλίο, παρότι είναι πολύ ερασιτεχνικό· έχει όμως ωραία κείμενα μέσα.
- Ποιο είναι το πιο δύσκολο κομμάτι της δημιουργικής διαδικασίας για σένα;
Το πιο δύσκολο κομμάτι είναι να ξεχωρίσω πότε ένα κείμενο έχει ολοκληρωθεί και πότε απλώς το εγκαταλείπω. Αυτή η διάκριση δεν είναι ποτέ ξεκάθαρη.
- Πιστεύεις ότι η γραφή μπορεί να λειτουργήσει θεραπευτικά;
Πιστεύω ότι η γραφή μπορεί να λειτουργήσει θεραπευτικά, όχι με την έννοια της λύσης, αλλά της κατανόησης. Δεν θεραπεύει απαραίτητα αυτό που πονά, αλλά το φωτίζει και το κάνει πιο ανεκτό. Να γράφετε, παιδιά, ή να διαβάζετε βιβλία. Είναι καλύτερο από το να πίνεις χάπια ή αλκοόλ.

- Πώς επηρεάζει η καθημερινότητα και η πόλη σου τη θεματολογία σου;
Η καθημερινότητα και η Αθήνα επηρεάζουν άμεσα τη γραφή μου. Είτε μέσα από τις εικόνες της πόλης είτε μέσα από τα συναισθήματα που μου προκαλεί, η πόλη γίνεται μέρος του κόσμου που φτιάχνω στα κείμενά μου. Αν η Αθήνα ήταν soundtrack, θα ήταν το Idioteque των Radiohead.
- Υπάρχει κάποιο κείμενό σου που δεν θα δημοσίευες ποτέ, και γιατί;
Ορισμένα κείμενα τα κρατάω για μένα, γιατί δεν θεωρώ ότι προσφέρουν κάτι στον αναγνώστη. Και στο κάτω κάτω, θνητοί είμαστε. Όλα στο τέλος ξεχνιούνται. Το έχουμε αυτό σαν λαός.
- Αν κάποιος διαβάσει μόνο ένα πράγμα από εσένα, τι θα ήθελες να είναι αυτό;
Θα ήθελα να είναι κάτι που αφήνει ένα μικρό ίχνος στον αναγνώστη, κάτι που μένει μαζί του μετά το τέλος του κειμένου. Σαν να περνάνε μαζί, χεράκι χεράκι, στο απέναντι δρόμο.
Διαβάστε ακόμα: Η Αγγελική Μανουσάκη κάνει ποδαρικό στο Utopia Zone: Θέλω να κάνω κάτι, όχι να γίνω κάτι
