Art & Culture Συνεντεύξεις

Λίλα Δίδου στο Utopia Zone: «Έμπνευση, αποτύπωση, ψυχή»

Λίλα Δίδου
Λίλα Δίδου

Η Λίλα Δίδου δεν ζωγραφίζει απλώς εικόνες. Αγγίζει ψυχές. Η πορεία της στην αγιογραφία ξεκίνησε όχι από μια τεχνική αναζήτηση, αλλά από ένα βαθύ συναίσθημα την ανάγκη επικοινωνίας με τον πατέρα της που «έφυγε».

Από εκεί γεννήθηκε μια εσωτερική διαδρομή, όπου η τέχνη έγινε προσευχή, παρηγοριά και γέφυρα ανάμεσα στο γήινο και το θείο. Με σπουδές δίπλα σε σπουδαίους αγιογράφους και ζωγράφους, αλλά κυρίως με αστείρευτη προσωπική αναζήτηση, η Λίλα Δίδου έχει καταφέρει να δώσει στη βυζαντινή παράδοση μια νέα πνοή, συνδέοντάς την με το συναίσθημα και τη σύγχρονη εικαστική ματιά.

Μιλά στο Utopia Zone για τους αγγέλους της, τις «Κυανές Παναγίες» της, τη δύναμη του φωτός και τη σημασία της ομορφιάς, όχι ως αισθητικό κριτήριο, αλλά ως δρόμο λύτρωσης. Η κουβέντα μαζί της μοιάζει με εξομολόγηση ή πιο εύστοχα με προσευχή γεμάτη χρώμα.

  • Ποιο είναι το πρώτο έργο που θυμάστε να σας συγκίνησε και να σας οδήγησε να σκεφτείτε να ξεκινήσετε να αγιογραφείτε;

«Δεν μπορώ να πω ότι ήταν κάποιο συγκεκριμένο έργο. Δεν ήταν κάτι υλικό, πάνω σε έναν καμβά. Ήταν ένα συναίσθημα.
Είχα χάσει τον πατέρα μου και τότε άρχισα να σκέφτομαι πώς θα μπορούσα να έχω μια, ας πούμε, πνευματική επαφή με την ψυχή του. Έτσι ξεκίνησα να αγιογραφώ. Πάντα είχα καλή σχέση με τη θρησκεία – όχι με τη μορφή της θρησκοληψίας, αλλά μέσα από τη φιλοσοφική αναζήτηση που προσφέρει η πίστη».

  • Έχετε σπουδάσει κάτι παρεμφερές;

«Ήμουν επτά χρόνια δίπλα σε αγιογράφο. Έπειτα, για ακόμα τρία χρόνια, ασχολήθηκα με τις εικαστικές τέχνες, έχοντας δασκάλους ζωγράφους και καθηγητές καλών τεχνών. Ανάμεσά τους και τον κύριο Νικόλα Μπλιάτκα. Είχα την τύχη να δουλέψω δίπλα σε πολύ καλούς καλλιτέχνες – πραγματικούς μάστορες της τέχνης».

  • Αν μπορούσατε να περιγράψετε την τέχνη σας μόνο με τρεις λέξεις, ποιες θα ήταν αυτές;

«Έμπνευση, αποτύπωση, ψυχή».

  • Υπάρχει κάποιο έργο σας που θεωρείτε σταθμό στην πορεία σας;

«Η αγιογράφηση ενός δίπτυχου που θεωρώ ανεκτίμητο. Δεν θα το πουλούσα ποτέ, όσα χρήματα κι αν μου πρόσφεραν. Απεικονίζει τους Αρχαγγέλους Μιχαήλ και Γαβριήλ και είναι εμπνευσμένο από μια εκκλησία του 15ου αιώνα στη Βέροια».

  • Στα έργα σας βλέπουμε συχνά αγγέλους. Τι είναι για εσάς οι άγγελοι; Σύμβολα, πρόσωπα ή μια αίσθηση;

«Είναι περισσότερο αίσθηση και σύμβολα. Νιώθω πως υπάρχει μια ιδιαίτερη ενέργεια που μου δίνει τη δίοδο επικοινωνίας μαζί τους, μια αίσθηση επαφής».

  • Πόσο δύσκολο είναι να ισορροπήσει κανείς ανάμεσα στην αγιογραφία, που έχει αυστηρούς κανόνες, και στη σύγχρονη εικαστική έκφραση;

«Το δούλεψα αυτό στην τελευταία μου έκθεση. Ήταν οι “Κυανές Παναγίες”, όπου χρησιμοποίησα όλες τις αποχρώσεις του μπλε, εμπνευσμένη από τη θάλασσα και τον ουρανό. Ήθελα να εκφράσω την προσευχή μέσα από τη σύνδεση με το σύμπαν, το ουράνιο, το γαλάζιο – έτσι όπως εγώ το αντιλαμβάνομαι ως δύναμη. Παράλληλα, κράτησα το βυζαντινό στοιχείο, αλλά το απέδωσα με πιο ελεύθερη γραφή. Δούλεψα πάνω στη δύναμη των μορφών της Παναγίας και του Χριστού, με την Παναγία να λειτουργεί ως θεία σκέπη πάνω στην ανθρώπινη ύπαρξη».

  • Τι θα θέλατε να αφήσετε ως παρακαταθήκη, ως καλλιτέχνιδα;

«Πιστεύω πως ένα ζωγραφικό έργο, όταν τοποθετηθεί σε έναν τοίχο, σου δημιουργεί για χρόνια εκείνη την ίδια συγκίνηση που σε έκανε να το αποκτήσεις. Οι εικόνες όμως έχουν κάτι παραπάνω. Μένουν στον χρόνο και περνούν από γενιά σε γενιά, γιατί ο καθένας πάνω τους αφήνει την προσευχή του, τη χαρά, τη λύπη ή την ευχή του. Γι’ αυτό οι εικόνες έχουν πνευματική αξία που ξεπερνά την υλική».

  • Υπήρξε κάποιος θεατής που σας είπε πως ένα έργο σας τον άγγιξε βαθιά;

«Πάντα… Οι φιλότεχνοι που επιλέγουν καλλιτεχνήματά μου έχουν τη δική τους “συνομιλία” με το άγγιγμα του δημιουργήματός μου. Έχω κρατήσει πολλά από τα συναισθήματά τους, μα καταθέτω το παρακάτω: Μια φίλη που έχει καλλιτεχνήματά μου, μου είπε κάποτε: “Όταν φεύγω για διακοπές, δεν νοιάζομαι για τα κοσμήματά μου, αλλά για την εικόνα που μου έχεις φτιάξει. Αν τη χάσω, θα είναι σαν να έχασα τον φύλακα-άγγελο του σπιτιού μου”. Αυτό είναι κάτι που δεν πληρώνεται. Αυτό είναι που μένει».

  • Σας έχει τύχει να “σας μιλήσει” ένα έργο την ώρα που το δημιουργείτε; Σαν να σας καθοδηγεί;

«Ναι, πάντα συμβαίνει αυτό. Όταν δουλεύω ένα έργο -ειδικά θρησκευτικού χαρακτήρα- νιώθω πως το χέρι μου κινείται μόνο του.
Υπήρξε ένα έργο με έναν Αρχάγγελο που, όταν το τελείωσα, αναρωτήθηκα: “Εγώ το έκανα αυτό;” Αν μου έλεγαν να το ξανακάνω, δεν θα μπορούσα. Όταν το κοιτάζω ολοκληρωμένο, νιώθω μια απόλυτη ηρεμία. Αυτή η αίσθηση δεν περιγράφεται. Για να ζωγραφίσω, χρειάζομαι απόλυτη εσωτερική ισορροπία. Μόνο τότε μπορώ να αποδώσω αυτό που αισθάνομαι».

  • Ως καλλιτέχνιδα, τι σας συγκινεί περισσότερο στην καθημερινότητα και γίνεται έμπνευση; Μια εικόνα, μια κουβέντα, ένας ήχος;

«Ένα συναίσθημα. Μπορεί να προκύψει από οτιδήποτε – ένα ζώο, ένα βλέμμα, μια στιγμή, κάτι που θα με συγκινήσει ή θα με ομορφύνει.
Έχω ως μότο τα λόγια του Ντοστογιέφσκι: “Η ομορφιά θα σώσει τον κόσμο”. Μέσα από την ομορφιά βρίσκω το συναίσθημα – κι εκεί κρύβεται η έμπνευση».

  • Όταν κλείνετε τα μάτια και σκέφτεστε το μέλλον σας ως καλλιτέχνιδα, πώς το φαντάζεστε;

«Θέλω απλώς να ρέει. Δεν βάζω όρια. Η τέχνη δεν έχει ταβάνι».

  • Αν μπορούσατε να συναντήσετε έναν καλλιτέχνη του παρελθόντος, ποιον θα επιλέγατε και τι θα τον ρωτούσατε;

«Θα ήθελα να συναντήσω την ψυχή του Θεοτοκόπουλου. Με συγκινεί βαθιά το γεγονός ότι, σε τόσο δύσκολες εποχές, ένας άνθρωπος άφησε το νησί του, πήγε σε μια ξένη χώρα και κατάφερε να μεγαλουργήσει. Έχω επισκεφθεί το σπίτι του και προσπάθησα να νιώσω την ενέργεια και το συναίσθημα που είχε αφήσει εκεί. Κάθε φορά που βρίσκομαι σε έναν χώρο όπου έχει δημιουργήσει κάποιος σπουδαίος, προσπαθώ να αφουγκραστώ το αποτύπωμά του».

  • Αν η ζωή σας ήταν πίνακας, ποιο χρώμα θα ήταν;

«Πολλές αποχρώσεις του κίτρινου. Φως θέλω».

  • Η αγιογραφία είναι δημοφιλής στους νέους σήμερα;

«Στη σημερινή κοινωνία κυριαρχεί η ανάγκη για ελευθερία έκφρασης. Οι νέοι συχνά στρέφονται σε πιο αφηρημένα ή σκοτεινά έργα και έχουν απομακρυνθεί από τα στενά όρια της θρησκείας. Για αυτό, μέσα από τη δική μου δουλειά, θέλησα να εκφράσω το θείο όχι δογματικά, αλλά ως ενέργεια – ως μια υπερδύναμη που υπάρχει γύρω μας και μας εμπνέει. Στην τελευταία μου ατομική έκθεση ήρθε ένας ιερέας με τη σύζυγό του. Καθώς τους εξηγούσα τα έργα, η παπαδιά γύρισε και μου είπε: “Ανατρίχιασα”. Αυτό για μένα ήταν η πιο μεγάλη ανταμοιβή».

Διαβάστε ακόμα:

Newsletter Popup