Επιστήμονας και καλλιτέχνης που καταφέρνει να συνδυάσει το επάγγελμα του ψυχολόγου και του ηθοποιού έτσι ώστε να ασκεί και τις δύο μεγάλες αγάπες της εξίσου. Η Πάολα Καλλιγά ζει στην Αθήνα και δραστηριοποιείται στον χώρο του θεάτρου έχοντας σημειώσει σημαντικές συμμετοχές σε παραστάσεις με ρόλους “πρόκληση” πάνω στην σκηνή αλλά και σαν βοηθός σκηνοθέτη στην πιο πρόσφατη δουλειά της, την παράσταση “ο Άντρας μου”. Παράλληλα διατηρεί το γραφείο της όπου εργάζεται και ως ψυχολόγος στην καρδιά των Εξαρχείων.

Χρονικά έχει συμμετάσχει στην παράσταση “Το κορίτσι που επιμένει” το 2018, στο “Eroica” το 2019 και τη “Φαύστα- Τραγούδια για την Οικογένεια” το 2021. Το 2022 στο θέατρο ΘΗΣΕΙΟΝ έπαιζε στον “Μισάνθρωπο”, το γνωστό έργο του Μολιέρου ενώ το καλοκαίρι του 2023 στο πλαίσιο των καλλιτεχνικών δρώμενων που έγιναν στην Ελευσίνα, την πολιτιστική πρωτεύουσα Ευρώπης 2023, πήρε μέρος στο έργο “Ευμενίδες’. Για το 2024, συμμετέχει ως βοηθός σκηνοθέτη στην παράσταση “ο Άντρας μου” σε σκηνοθεσία της Μαρίας Μαγκανάρη στο θέατρο ΘΗΣΕΙΟΝ.

- Πώς κατάφερες να παντρέψεις την επιστήμη σου, την ψυχολογία με την καλλιτεχνική φύση σου και την αγάπη σου για την υποκριτική;
“Το αντικείμενο και των δύο επαγγελμάτων είναι ο άνθρωπος. Πάντα ήθελα να ασχοληθώ με το θέατρο και ο συνδυασμός του με την ψυχολογία με βοηθάει να διαχειριστώ το πως θα λειτουργώ με τους ανθρώπους γύρω μου στη δουλειά. Είτε είναι τα άτομα που με επισκέπτονται για ψυχοθεραπεία, είτε είναι συνάδελφοι ηθοποιοί και άλλοι συνεργάτες ή ακόμη και θεατές, έχω μάθει να συναναστρέφομαι και να προσαρμόζομαι με τους ανθρώπους σε συγκεκριμένες περιόδους της ζωής μου. Η εμβάθυνση που γίνεται στην ψυχοθεραπεία μέσα από συζητήσεις, μου είναι χρήσιμη για τη σχέση μου και με τους ρόλους που καλούμαι να κάνω. Μαθαίνω καλύτερα τους ανθρώπους και να διαχειρίζομαι τις ανθρώπινες σχέσεις γενικά ”.
- Στην πιο πρόσφατη παράσταση, “ο Άντρας μου”, συμμετέχεις ως βοηθός σκηνοθέτη. Έχοντας συνηθίσει να βρίσκεσαι πάνω στη σκηνή, πόσο πρόκληση αποτέλεσε για σένα;
“Ήταν τεράστια πρόκληση για εμένα. Επέλεξα να το κάνω με την σκηνοθέτη, τη Μαρία Μαγκανάρη την οποία εμπιστεύομαι πολύ αφού είχαμε ξανά συνεργαστεί στον “Μισάνθρωπο” του Μολιέρου. Επειδή είχα συνηθίσει να παίζω πάνω στη σκηνή, πίστευα ότι θα με βοηθήσει να εξελιχθώ σαν ηθοποιός, πράγμα που έγινε. Μπόρεσα να δω από έξω τις διαδικασίες των προβών γιατί όταν το βιώνεις εσύ ο ίδιος, ασχολείσαι με τον δικό σου ρόλο και το δικό σου άγχος. Τώρα έβλεπα όλους τους παράγοντες να διαχειρίζονται διαφορετικά ο καθένας αυτές τις έγνοιες”.
-Πόσο ικανοποιημένη είσαι από το αποτέλεσμα;
“Είμαι ικανοποιημένη από την δουλειά όλων μας, ωστόσο στο θέατρο δεν μπορείς ποτέ να περιμένεις κάποιο συγκεκριμένο αποτέλεσμα. Θεωρώ ότι το κοινό είναι αυτό που θα κρίνει καλύτερα”.

- Το φετινό έργο εστιάζει στη γυναικεία φύση και ψυχοσύνθεση αλλά και στην αλληλεπίδρασή της με το αντρικό φύλο. Πόσα κοινά έχει με την ελληνική κοινωνία;
“Το έργο θίγει το θέμα της πατριαρχίας που πηγάζει πλέον ασυναίσθητα από μέσα μας. Εννοείται πως δεν είναι ένα έργο που κατηγορεί το αντρικό φύλο και δείχνει τα δύσκολα βιώματα των γυναικών. Πιο πολύ εστιάζει στο φαινόμενο της πατριαρχίας και από τα δύο φύλα. Βλέπουμε ιστορίες καθημερινές από ετερόφυλα ζευγάρια τα οποία έχουν την τοξική και κακοποιητική τους πλευρά αλλά και την αγάπη και τη λατρεία που μπορεί να γεννηθεί ανάμεσα στα δύο φύλα. Πιστεύω πως αυτό σχετίζεται άμεσα και με τα δεδομένα της ελληνικής κοινωνίας γιατί μέσα από τις ιστορίες και τους διαλόγους, ο θεατής φτάνει στο σημείο να ταυτίζεται και να κατανοεί κάποιους χαρακτήρες”.
- Επαγγελματικά και κοινωνικά, πόσο πιστεύεις ότι είναι αισθητές οι έμφυλες διαφορές ακόμη και τώρα;
“Ακριβώς επειδή, όπως είπα, πηγάζει από μέσα μας η πατριαρχία και ο εσωτερικευμένος μισογυνισμός, είναι κάτι που δεν ξεριζώνεται εύκολα, δυστυχώς. Όμως, μετά από το MeToo, πλέον σχόλια και αστεία έχουν περιοριστεί αισθητά. Δεν είναι τόσο συχνό να ακούσεις ή να έρθεις αντιμέτωπος με τέτοιες συμπεριφορές όσο ήταν μερικά χρόνια πριν και ευτυχώς. Μπορεί να υπάρχουν άνθρωποι που τα πιστεύουν, αλλά σήμερα είναι ένα θέμα που το παίρνουμε πολύ πιο σοβαρά, όπως θα έπρεπε να γίνεται, και όλα δημοσιοποιούνται. Αυτό τις γυναίκες τις προστατεύει εν μέρει από το να μην το αντιμετωπίζουν με την ίδια συχνότητα όπως κάποτε”.
