Η Τεχνητή Νοημοσύνη έχει πάψει να αποτελεί μια θεωρητική υπόσχεση για το μέλλον της ιατρικής και ήδη ενσωματώνεται στην καθημερινή πρακτική των συστημάτων Υγείας. Από την ανάλυση απεικονιστικών εξετάσεων μέχρι τη διαλογή περιστατικών και τη μείωση της διοικητικής επιβάρυνσης, οι εφαρμογές της διευρύνονται με ταχύ ρυθμό.
Όπως επισημαίνει ο Κωνσταντίνος Σεραφείμ, συγγραφέας του βιβλίου «Τεχνητή Νοημοσύνη στην Υγειονομική Περίθαλψη – Μια μη τεχνική ματιά στο μέλλον της ιατρικής» (εκδόσεις Επίκεντρο), η ΤΝ δεν έρχεται να αντικαταστήσει τον γιατρό, αλλά να λειτουργήσει ως εργαλείο ενίσχυσης. «Κερδίζουμε ταχύτητα και συνέπεια, αξιοποιώντας καλύτερα τα δεδομένα», σημειώνει, προβλέποντας ότι τα επόμενα χρόνια η ιατρική θα γίνει πιο εξατομικευμένη, πιο προληπτική και πιο οργανωμένη μέσω “έξυπνων” ροών εργασίας που θα απαιτούν πάντως ανθρώπινη έγκριση.
Ο κ. Σεραφείμ, απόφοιτος Επιστήμης Υπολογιστών του Πανεπιστημίου της Καλιφόρνιας στο Μπέρκλεϊ, εργάστηκε σε ΗΠΑ και Ηνωμένο Βασίλειο, όπου ίδρυσε δύο εταιρείες πληροφορικής. Στρέφοντας το ενδιαφέρον του στον χώρο της Υγείας, σχεδίασε συστήματα με αισθητήρες και «έξυπνες» πλατφόρμες που βοήθησαν άτομα με άνοια και Αλτσχάιμερ να διατηρήσουν την αυτονομία τους. Η δουλειά του επικεντρώθηκε στην κατανόηση της συμπεριφοράς αυτών των ασθενών, τόσο στο νοσοκομείο όσο και στο σπίτι, με στόχο πρακτικές λύσεις ασφάλειας – όπως ένα σύστημα που ειδοποιεί έγκαιρα τους φροντιστές όταν ένας ασθενής επιχειρεί να κινηθεί χωρίς επίβλεψη, μειώνοντας τον κίνδυνο πτώσης.

Στην πράξη, τα οφέλη της ΤΝ για τους ασθενείς περιλαμβάνουν ταχύτερη και συχνά πιο συνεπή διάγνωση, έγκαιρες προειδοποιήσεις για πιθανές επιπλοκές ή αλληλεπιδράσεις φαρμάκων και καλύτερη οργάνωση της φροντίδας. Παράλληλα, επιτρέπεται πιο στοχευμένη παρακολούθηση, προσαρμοσμένη στο προφίλ κινδύνου κάθε ανθρώπου.
Για τους επαγγελματίες Υγείας, η ΤΝ μπορεί να λειτουργήσει ως «δεύτερο μάτι», ιδίως σε τομείς όπως η ιατρική απεικόνιση, ενισχύοντας τον έγκαιρο εντοπισμό ευρημάτων. Μπορεί επίσης να αναλάβει χρονοβόρες διοικητικές εργασίες — σύνοψη ιατρικών φακέλων, τεκμηρίωση, κωδικοποίηση – επιτρέποντας στους γιατρούς να αφιερώνουν περισσότερο χρόνο στην κλινική πράξη. Στην ογκολογία και την καρδιολογία, αξιοποιείται ήδη για καλύτερη διαστρωμάτωση κινδύνου και επιλογή θεραπείας, ενώ στη χειρουργική υποστηρίζει τον σχεδιασμό και τη ρομποτική καθοδήγηση, οδηγώντας σε πιο στοχευμένες και λιγότερο επεμβατικές παρεμβάσεις. Ταυτόχρονα, επιταχύνει την έρευνα και τις κλινικές δοκιμές μέσω ταχύτερης ανάλυσης δεδομένων και πιο αποδοτικού σχεδιασμού μελετών.
Ωστόσο, ο κ. Σεραφείμ προειδοποιεί ότι η αλόγιστη χρήση εργαλείων ΤΝ, ιδιαίτερα από μη ειδικούς, ενέχει σοβαρούς κινδύνους. Η αυτοδιάγνωση μπορεί να οδηγήσει είτε σε ψευδή αίσθηση ασφάλειας είτε σε αδικαιολόγητο πανικό, καθυστερώντας την αναζήτηση ιατρικής βοήθειας. Ακόμη πιο ανησυχητικές είναι αποφάσεις για φαρμακευτική αγωγή χωρίς ιατρική καθοδήγηση, καθώς και η υπερεμπιστοσύνη σε «πειστικές» αλλά λανθασμένες απαντήσεις.
Ιδιαίτερη σημασία αποδίδει στην προστασία των δεδομένων υγείας, τα οποία χαρακτηρίζονται ως «ειδικής κατηγορίας» από τον GDPR. Παράλληλα, αναγνωρίζει τον κίνδυνο μεροληψίας στα αλγοριθμικά συστήματα, που μπορεί να οδηγήσει σε άνιση απόδοση για διαφορετικούς πληθυσμούς, καθώς και ζητήματα ασφάλειας ή κακόβουλης χρήσης μη πιστοποιημένων εργαλείων.
Σε θεσμικό επίπεδο, πολλά συστήματα ΤΝ στην Υγεία θεωρούνται «υψηλού κινδύνου» βάσει του ευρωπαϊκού AI Act, κάτι που συνεπάγεται αυστηρές απαιτήσεις διαφάνειας, διαχείρισης κινδύνου και ανθρώπινης εποπτείας.
Όσον αφορά την απασχόληση, ο κ. Σεραφείμ εκτιμά ότι δεν πρόκειται για μαζική αντικατάσταση επαγγελματιών, αλλά για ανακατανομή ρόλων. Οι αυτοματισμοί θα επηρεάσουν κυρίως διοικητικές και επαναλαμβανόμενες εργασίες, ενώ οι κλινικές αποφάσεις θα εξακολουθήσουν να απαιτούν ανθρώπινη κρίση και ευθύνη. Παράλληλα, θα αναδυθούν νέες ειδικότητες που σχετίζονται με τον έλεγχο ποιότητας, την ασφάλεια και την κλινική αξιολόγηση των συστημάτων.
Το κρίσιμο ερώτημα, τελικά, είναι αν η ΤΝ θα κάνει την ιατρική πιο ανθρώπινη ή πιο απρόσωπη. «Μπορεί να γίνει πιο ανθρώπινη, αν απαλλάξει τους γιατρούς από τη γραφειοκρατία και τους δώσει χρόνο για ουσιαστική επαφή με τον ασθενή», τονίζει. «Αλλά μπορεί να καταλήξει πιο απρόσωπη, αν χρησιμοποιηθεί χωρίς όρια, διαφάνεια και ουσιαστική εποπτεία».
Διαβάστε ακόμα: Η παιδεία είναι το μόνο αντίδοτο στην κρίση. Τελεία και παύλα!
