Το πείραμα γνωστό ως «Μικρός Άλμπερτ» αποτελεί μία από τις πιο σκοτεινές και αμφιλεγόμενες σελίδες στην ιστορία της επιστήμης. Συχνά κατατάσσεται στις κορυφαίες θέσεις της λίστας με τα πιο ανήθικα πειράματα, προκαλώντας μέχρι σήμερα σοκ, αποτροπιασμό και έντονο προβληματισμό σχετικά με τα όρια της επιστημονικής έρευνας πάνω σε ανθρώπους. Τα αποτελέσματα του πειράματος δημοσιεύτηκαν το 1920 και αντλούσαν έμπνευση από το διάσημο πείραμα του Ιβάν Παβλόφ με τα σκυλιά.
Στο πείραμα του Παβλόφ, τα ζώα έμαθαν να συνδέουν τον ήχο ενός κουδουνιού με το φαγητό, φτάνοντας στο σημείο να σαλιαρίζουν μόνο και μόνο με τον ήχο, ακόμα κι αν δεν υπήρχε τροφή. Ο Γουότσον και η ομάδα του αποφάσισαν να δοκιμάσουν αν μια αντίστοιχη διαδικασία μπορούσε να εφαρμοστεί σε ένα βρέφος, ανοίγοντας το δρόμο για μια σοκαριστική και ηθικά αμφιλεγόμενη μελέτη.
Η διαδικασία του πειράματος και τα ανατριχιαστικά αποτελέσματα
Ο Αμερικανός ψυχολόγος Τζον Μπ. Γουότσον, μαζί με τη μεταπτυχιακή του φοιτήτρια Ρόζαλι Ρέινερ, επέλεξαν ως «υποκείμενο» ένα μόλις εννέα μηνών βρέφος, που έμεινε στην ιστορία ως «Μικρός Άλμπερτ». Στόχος τους ήταν να εξετάσουν αν μπορούσαν να διδάξουν στο παιδί να φοβάται συγκεκριμένα ζώα και αντικείμενα.
Στο πλαίσιο της μελέτης, οι ερευνητές παρουσίαζαν στο βρέφος διάφορα πλάσματα, όπως έναν λαγό, έναν πίθηκο και ένα λευκό αρουραίο, αλλά και αντικείμενα όπως φλεγόμενες εφημερίδες. Κάθε φορά που ο Μικρός Άλμπερτ ερχόταν σε επαφή με το λευκό αρουραίο, προκαλούσαν έναν εκκωφαντικό θόρυβο πίσω του, με σκοπό να συνδέσει το ζώο με το συναίσθημα του φόβου.
Από την πρώτη κιόλας συνεδρία, ο δυνατός ήχος προκάλεσε έντονο κλάμα. Με την επανάληψη της διαδικασίας, η απλή θέα του αρουραίου άρχισε να προκαλεί «ήπιο φόβο». Μέσα σε λίγες εβδομάδες, το παιδί εμφάνιζε έντονη αντίδραση τρόμου όχι μόνο στο λευκό αρουραίο, αλλά και σε άλλα ζώα και αντικείμενα, ενώ σε μια από τις τελευταίες συνεδρίες τρομοκρατήθηκε ακόμη και από ένα σκυλί που γάβγιζε.

Η αξιολόγηση μετά από ένα μήνα
Έναν μήνα αργότερα, οι ερευνητές επέστρεψαν για να αξιολογήσουν την κατάσταση του παιδιού. Παρά το γεγονός ότι ο Άλμπερτ δεν έκλαιγε πια, παρουσίαζε έντονα σημάδια άγχους, όπως ρίγη και πιπίλισμα του αντίχειρα, δείχνοντας ότι η ψυχολογική επιβάρυνση παραμένει. Η μητέρα του απέσυρε το παιδί από το νοσοκομείο, με αποτέλεσμα να μην πραγματοποιηθούν ποτέ οι διαδικασίες «αποεξάρτησης», δηλαδή η προσπάθεια άρσης του φόβου που είχε τεχνητά προκαλέσει το πείραμα.
Σήμερα, η επιστημονική κοινότητα θεωρεί το πείραμα βαθιά ανήθικο. Η σκόπιμη πρόκληση φόβου σε ένα βρέφος χωρίς δυνατότητα συναίνεσης παραβιάζει κάθε ηθικό και δεοντολογικό κανόνα, ενώ η επιστημονική εγκυρότητα των αποτελεσμάτων αμφισβητείται, λόγω της ηλικίας του παιδιού και των μεθοδολογικών περιορισμών.
Το μυστήριο της ταυτότητας του μικρού Άλμπερτ
Η πραγματική ταυτότητα του παιδιού παραμένει αβέβαιη. Ο καθηγητής Χολ Μπεκ από το Appalachian State University υποστήριξε ότι ο μικρός Άλμπερτ ήταν ο Ντάγκλας Μέριτ, γιος μιας νοσοκόμας που εργαζόταν στο νοσοκομείο του Πανεπιστημίου Johns Hopkins. Σύμφωνα με αυτή την εκδοχή, το παιδί έπασχε από υδροκεφαλία, είχε περιόδους τύφλωσης και πέθανε σε ηλικία μόλις έξι ετών.
Αντίθετα, ο Ρας Πάουελ από το MacEwan University του Καναδά ισχυρίστηκε ότι πρόκειται για τον Γουίλιαμ Άλμπερτ Μπάργκερ, που έζησε μια φυσιολογική ζωή και πέθανε το 2007. Η ανιψιά του δήλωσε ότι δεν γνώριζε αν ο θείος της είχε συμμετάσχει στο πείραμα, ωστόσο ανέφερε ότι πάντα είχε έντονη αποστροφή προς τα ζώα.
Αιώνιο μάθημα για την ηθική της επιστήμης
Περισσότερο από έναν αιώνα μετά, το πείραμα «Μικρός Άλμπερτ» παραμένει μια ισχυρή υπενθύμιση των ορίων που δεν πρέπει ποτέ να ξεπερνά η επιστήμη. Η ιστορία του δείχνει πόσο σημαντικό είναι να συνδυάζεται η αναζήτηση γνώσης με σεβασμό στην ανθρώπινη αξιοπρέπεια και την ψυχολογική ασφάλεια, θέτοντας τα ηθικά πρότυπα πάνω από την περιέργεια και την επιθυμία για πειραματική πρόκληση.
Μ.Σ.
Διαβάστε ακόμα: Μεγάλη διαδικτυακή εκστρατεία: Οι κόκκινοι σκίουροι απαιτούν το δικό τους emoji
