Υπάρχουν ηθοποιοί που γνωρίζουν επιτυχία και υπάρχουν καλλιτέχνες που ταυτίζονται με μια ολόκληρη εποχή. Η Ρένα Βλαχοπούλου ανήκει στη δεύτερη κατηγορία. Με το εκρηκτικό της ταμπεραμέντο, τον αξεπέραστο αυτοσχεδιασμό, τη χαρακτηριστική φωνή και το σπάνιο κωμικό της ένστικτο, κατάφερε να γίνει μία από τις πιο αγαπητές μορφές του ελληνικού θεάτρου και κινηματογράφου. Πίσω όμως από το λαμπερό χαμόγελο και τις αξέχαστες κινηματογραφικές ατάκες κρυβόταν μια ζωή γεμάτη δυσκολίες, απώλειες και αδιάκοπο αγώνα.
Η Ρένα Βλαχοπούλου γεννήθηκε στην Κέρκυρα στις 28 Ιουλίου 1923. Μεγάλωσε σε ένα περιβάλλον όπου η μουσική είχε σημαντική θέση και από μικρή έδειξε το ταλέντο της στο τραγούδι. Σπούδασε στο Ωδείο του Δραματικού Συλλόγου Κέρκυρας και ήδη από τα εφηβικά της χρόνια εμφανιζόταν σε μουσικές εκδηλώσεις του νησιού.
Πριν ακόμη ενηλικιωθεί αναγκάστηκε να εργαστεί για να βοηθήσει την οικογένειά της. Σε ηλικία μόλις δεκαέξι ετών δούλευε σε ζαχαροπλαστείο της Σπιανάδας. Εκεί γνώρισε τον πρώτο της σύζυγο, τον ποδοσφαιριστή της ΑΕΚ Κώστα Βασιλείου, με τον οποίο παντρεύτηκε το 1939. Την ίδια χρονιά πήρε τη μεγάλη απόφαση να εγκαταλείψει την Κέρκυρα και να δοκιμάσει την τύχη της στην Αθήνα.
Η πρωτεύουσα της άνοιξε γρήγορα τις πόρτες της. Ο Μίμης Τραϊφόρος διέκρινε το ξεχωριστό της ταλέντο και της έδωσε την πρώτη σημαντική ευκαιρία να
εμφανιστεί σε πρόγραμμα βαριετέ στην «Όαση» του Ζαππείου. Η νεαρή τραγουδίστρια ξεχώρισε αμέσως για την άνεσή της στη σκηνή και τη χαρακτηριστική φωνή της, ενώ λίγο αργότερα εμφανίστηκε στο θέατρο «Μοντεάλ» δίπλα στις αδελφές Καλουτά και τη Σοφία Βέμπο.
Η επιτυχία, ωστόσο, συνέπεσε με μια από τις μεγαλύτερες προσωπικές της τραγωδίες. Τον χειμώνα του 1940 έχασε και τους δύο γονείς της κατά τον ιταλικό βομβαρδισμό της Κέρκυρας. Η απώλεια αυτή τη σημάδεψε βαθιά, όμως δεν εγκατέλειψε ποτέ τη σκηνή. Αντίθετα, μέσα στα δύσκολα χρόνια της Κατοχής συνέχισε να εργάζεται και να εξελίσσεται καλλιτεχνικά.
Το 1942 παντρεύτηκε για δεύτερη φορά, με τον Γιάννη Κωστόπουλο, ενώ την ίδια περίοδο γνώρισε τον σπουδαίο πιανίστα της τζαζ Γιάννη Σπάρτακο. Η συνεργασία τους αποδείχθηκε καθοριστική. Με εμφανίσεις στο «Πάνθεον» και τραγούδια όπως το περίφημο «Θα σε πάρω να φύγουμε», η Βλαχοπούλου αναδείχθηκε στη σημαντικότερη ερμηνεύτρια της τζαζ στην Ελλάδα, αποκτώντας τον τίτλο της «βασίλισσας της τζαζ».
Μετά τον χωρισμό της, το 1946, ακολούθησε τον Σπάρτακο σε μεγάλη περιοδεία σε Κύπρο, Τουρκία, Αίγυπτο και Ηνωμένες Πολιτείες. Η γνώση τεσσάρων ξένων γλωσσών και η άψογη προφορά της τής επέτρεψαν να σταθεί με επιτυχία και μπροστά σε διεθνές κοινό, κάτι εξαιρετικά σπάνιο για Έλληνες καλλιτέχνες της εποχής.
Όταν επέστρεψε στην Αθήνα στις αρχές της δεκαετίας του 1950, είχε ήδη κατακτήσει το τραγούδι. Το θέατρο, όμως, της επιφύλασσε μια δεύτερη καριέρα. Το 1954, με παρότρυνση της Σοφίας Βέμπο, ανέλαβε τον πρώτο της θεατρικό ρόλο στην επιθεώρηση «Σουσουράδα». Το φυσικό της κωμικό χάρισμα εντυπωσίασε κοινό και κριτικούς. Η τραγουδίστρια μεταμορφωνόταν σταδιακά σε ηθοποιό.
Η μεγάλη ανατροπή ήρθε λίγα χρόνια αργότερα. Το 1962 συμμετείχε στην εμβληματική «Οδό Ονείρων» του Μάνου Χατζιδάκι. Εκεί την είδε ο Γιάννης Δαλιανίδης και διέκρινε ότι διέθετε κάτι περισσότερο από μια εξαιρετική φωνή: είχε μοναδική σκηνική προσωπικότητα. Έτσι της εμπιστεύθηκε τον πρώτο πρωταγωνιστικό κινηματογραφικό ρόλο στο μιούζικαλ «Μερικοί το προτιμούν κρύο» (1963), ανοίγοντας έναν νέο, λαμπρό κύκλο στην καριέρα της.
Ακολούθησε μια δεκαετία αδιάκοπων επιτυχιών. Μέσα από τις παραγωγές της Finos Film η Ρένα Βλαχοπούλου έγινε το πρόσωπο της ελληνικής κινηματογραφικής κωμωδίας. «Η Χαρτοπαίχτρα», «Η Βουλευτίνα», «Βίβα Ρένα», «Η Ζηλιάρα», «Η Παριζιάνα», «Η Θεία μου η Χίπισσα», «Μια Τρελλή Τρελλή Σαραντάρα» και τόσες ακόμη ταινίες καθιερώθηκαν ως κλασικά έργα του ελληνικού κινηματογράφου και συνεχίζουν μέχρι σήμερα να προβάλλονται αδιάκοπα στην τηλεόραση.
Το κοινό την αγάπησε γιατί οι ηρωίδες της έμοιαζαν οικείες. Ήταν δυναμικές, αυθόρμητες, εκρηκτικές, συχνά πεισματάρες, αλλά πάντοτε ανθρώπινες. Διέθετε έναν σπάνιο αυτοσχεδιαστικό τρόπο ερμηνείας που έκανε κάθε σκηνή να μοιάζει αυθεντική. Ακόμη και όταν υποδυόταν αυστηρές ή εκκεντρικές γυναίκες, κατάφερνε να προκαλεί γέλιο χωρίς να χάνει ποτέ τη φυσικότητά της.
Παράλληλα δεν εγκατέλειψε ποτέ το τραγούδι ούτε το θέατρο. Συνέχισε να πρωταγωνιστεί σε επιθεωρήσεις, να εμφανίζεται σε μουσικές σκηνές και να ηχογραφεί τραγούδια σημαντικών Ελλήνων συνθετών, ενώ δημιούργησε δικούς της θιάσους, συνεργαζόμενη με κορυφαίους κωμικούς της εποχής, όπως ο Γιώργος Κωνσταντίνου και ο Γιάννης Βογιατζής.
Το 1967 παντρεύτηκε τον επιχειρηματία Γιώργο Λαφαζάνη, με τον οποίο έμεινε μαζί μέχρι το τέλος της ζωής της. Δεν απέκτησε παιδιά, όμως συχνά έλεγε πως το κοινό ήταν η μεγάλη της οικογένεια.
Από τη δεκαετία του 1970 στράφηκε και στην τηλεόραση, πρωταγωνιστώντας στη σειρά «Μια Αθηναία στην Αθήνα» του Αλέκου Σακελλάριου, ενώ αργότερα εμφανίστηκε και στις σειρές «Μάμα Μία» και «Μάλιστα Κύριε», παραμένοντας αγαπητή και στις νεότερες γενιές.
Η προσφορά της αναγνωρίστηκε επίσημα στα τελευταία χρόνια της ζωής της. Το 1995 τιμήθηκε με το Αναμνηστικό Μετάλλιο «Δημήτρης Ψαθάς» για την ερμηνεία της στη «Χαρτοπαίχτρα», ενώ το 2003 ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας Κωνσταντίνος Στεφανόπουλος της απένειμε τον Χρυσό Σταυρό του Τάγματος του Φοίνικος για τη συνολική προσφορά της στον ελληνικό πολιτισμό.
Η Ρένα Βλαχοπούλου έφυγε από τη ζωή στις 29 Ιουλίου 2004, σε ηλικία 81 ετών. Η είδηση του θανάτου της προκάλεσε συγκίνηση σε ολόκληρη τη χώρα, καθώς έκλεινε ένα σημαντικό κεφάλαιο του ελληνικού θεάματος. Το 2023, σχεδόν είκοσι χρόνια μετά τον θάνατό της, τα οστά της μεταφέρθηκαν στην αγαπημένη της Κέρκυρα, εκπληρώνοντας μια επιθυμία που συνδεόταν με τον τόπο όπου ξεκίνησαν όλα.
Η Ρένα Βλαχοπούλου δεν υπήρξε απλώς μια δημοφιλής ηθοποιός. Υπήρξε μια σπάνια καλλιτέχνις που διέπρεψε ταυτόχρονα στο τραγούδι, την επιθεώρηση, το θέατρο, τον κινηματογράφο και την τηλεόραση. Κυρίως, όμως, υπήρξε μια προσωπικότητα που κατάφερε να χαρίσει γέλιο σε γενιές Ελλήνων, μετατρέποντας το ταλέντο της σε διαχρονική πολιτιστική κληρονομιά.
