Το ερώτημα «ποιο ρόφημα είναι τελικά πιο ωφέλιμο;» διχάζει εκατομμύρια ανθρώπους σε όλο τον κόσμο. Τόσο ο καφές όσο και το τσάι αποτελούν αναπόσπαστο κομμάτι της καθημερινότητας και της κουλτούρας πολλών λαών, αλλά οι επιστημονικές έρευνες των τελευταίων ετών αρχίζουν να φωτίζουν με μεγαλύτερη ακρίβεια τις ευεργετικές ιδιότητες του καθενός.
Ξεκινώντας από το τσάι, μια από τις μεγαλύτερες μελέτες που έχουν δημοσιευτεί -με δείγμα σχεδόν 1,3 εκατομμύρια ανθρώπους- κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η μέτρια κατανάλωση, δηλαδή 1,5 έως 2 φλιτζάνια ημερησίως, συνδέεται με μειωμένη θνησιμότητα από κάθε αιτία. Τα οφέλη αφορούν τόσο τις καρδιαγγειακές παθήσεις όσο και διάφορους τύπους καρκίνου, ενώ δεν φαίνεται να αυξάνονται περαιτέρω με υπερβολική κατανάλωση. Η λογική ποσότητα, επομένως, είναι αυτή που αποδίδει τα μεγαλύτερα κέρδη για την υγεία.

Ακόμη πιο ενθαρρυντικά είναι τα ευρήματα για το πράσινο τσάι. Συστηματικές ανασκοπήσεις κλινικών μελετών έχουν καταγράψει μικρές αλλά σταθερές βελτιώσεις στην αρτηριακή πίεση, στα επίπεδα σακχάρου νηστείας και στα λιπίδια του αίματος. Πολλές έρευνες συνδέουν την καθημερινή του κατανάλωση με μικρότερο κίνδυνο εμφάνισης διαβήτη τύπου 2, ενώ μεγάλες μελέτες σε Ιαπωνία και Κορέα υποδεικνύουν ότι 2 έως 3 φλιτζάνια ημερησίως μπορούν να συμβάλουν στην πρόληψη της άνοιας. Σε ασθενείς με μεταβολικό σύνδρομο, το πράσινο τσάι φαίνεται να μειώνει τη θνησιμότητα και τις καρδιαγγειακές επιπλοκές.
Παρότι το τσάι συγκεντρώνει ισχυρά δεδομένα σε επίπεδο αγγειακής προστασίας, ο καφές κερδίζει έδαφος όταν μιλάμε για μεταβολικές, ηπατικές και νευρολογικές παθήσεις. Πάνω από 50 μελέτες υποστηρίζουν ότι η μέτρια κατανάλωση -2 έως 4 φλιτζάνια την ημέρα- μειώνει τον κίνδυνο θνησιμότητας από όλες τις αιτίες. Ο καφές είναι πλούσιος σε αντιοξειδωτικά, τα οποία συμβάλλουν στη μείωση του οξειδωτικού στρες και προστατεύουν τα κύτταρα από τη γήρανση. Έρευνες δείχνουν επίσης ότι μπορεί να περιορίσει τον κίνδυνο νευροεκφυλιστικών ασθενειών όπως η νόσος Αλτσχάιμερ και η νόσος Πάρκινσον.
Σε ανάλυση 201 μελετών, η κατανάλωση 3 έως 4 φλιτζανιών ημερησίως συνδέθηκε με περίπου 17% χαμηλότερη συνολική θνησιμότητα και 19% χαμηλότερη θνησιμότητα από καρδιαγγειακά νοσήματα. Άλλη έρευνα υποστηρίζει ότι η μέτρια καθημερινή κατανάλωση μπορεί να παρατείνει το προσδόκιμο ζωής κατά περίπου δύο χρόνια. Ενδιαφέρον παρουσιάζουν και νεότερα δεδομένα σύμφωνα με τα οποία ο καφές μπορεί να βελτιώσει το μήκος των τελομερών -δείκτη κυτταρικής γήρανσης- ιδίως σε άτομα με σοβαρές ψυχικές διαταραχές, επαναφέροντας ουσιαστικά τη βιολογική ηλικία τους κατά πέντε χρόνια.
Ωστόσο, σημαντικό ρόλο παίζει ο τρόπος παρασκευής. Ο καθαρός, σκέτος καφές φαίνεται να προσφέρει τα περισσότερα οφέλη, ενώ η προσθήκη ζάχαρης και κρέμας μπορεί να τα εξουδετερώσει. Ακόμη και το timing έχει σημασία: η πρωινή κατανάλωση σχετίζεται με καλύτερα αποτελέσματα σε σχέση με τον καφέ που πίνεται αργότερα μέσα στη μέρα.
Ποιο ρόφημα κερδίζει, λοιπόν, τη μάχη; Η επιστήμη δείχνει ότι και τα δύο έχουν θέση σε μια υγιεινή καθημερινότητα. Για όσους έχουν προβλήματα όπως παλινδρόμηση, ταχυκαρδία ή ανεξέλεγκτη υπέρταση, το τσάι ίσως είναι πιο καλά ανεκτό. Για τους υπόλοιπους, ο συνδυασμός καφέ και τσαγιού μπορεί να προσφέρει ευρύτερη προστασία. Το μυστικό, όπως σε κάθε διατροφική συνήθεια, βρίσκεται στην ισορροπία και στο μέτρο.
Διαβάστε ακόμα: Γιατί τα hangover «βαραίνουν» με την ηλικία
