Ζούμε στην εποχή όπου όλοι μιλούν για αποδοχή, body positivity και σεβασμό στη διαφορετικότητα. Και ταυτόχρονα, ζούμε στην ίδια ακριβώς εποχή όπου ένα σώμα μπορεί να γίνει δημόσιο θέαμα μέσα σε λίγα λεπτά. Ένα σώμα προς σχολιασμό, χλευασμό, «συμβουλή» και τελικά δημόσια κατανάλωση.
Ο Αλέξανδρος Κοψιάλης είναι ίσως ένα από τα πιο χαρακτηριστικά παραδείγματα αυτής της πραγματικότητας. Τα κιλά που πήρε κατά καιρούς έγιναν content μέσα στο content. Άνθρωποι που δεν τον γνωρίζουν προσωπικά ένιωσαν την ανάγκη να σχολιάσουν το σώμα του λες και πρόκειται για δημόσιο αγαθό ανοιχτό σε αξιολόγηση.
Άλλοι πιο επιθετικά, με σχόλια για «πατσοκοίλια» και ειρωνείες. Άλλοι πιο συγκαλυμμένα, φορώντας τον μανδύα της δήθεν καλοπροαίρετης συμβουλής:
«Πολύ καλός, λίγα κιλά να χάσεις μόνο». Και ίσως αυτή να είναι η πιο ύπουλη μορφή body shaming. Εκείνη που κρύβει την αγένεια πίσω από το ενδιαφέρον. Το σχόλιο που δεν παρουσιάζεται ως προσβολή αλλά ως «νοιάξιμο». Σαν ο άλλος να σου κάνει χάρη υπενθυμίζοντάς σου ότι το σώμα σου δεν πληροί τα κοινωνικά standards.
Γιατί τελικά, όταν σχολιάζεις το σώμα κάποιου, μικρή σημασία έχει ο ίδιος ο άνθρωπος. Το σχόλιο δεν αφορά πραγματικά την υγεία του, ούτε την ευτυχία του. Αφορά κυρίως τη δική σου ανάγκη να νιώσεις ανώτερος, πιο αποδεκτός, πιο «σωστός» μέσα σε μια κοινωνία που έχει μετατρέψει την εικόνα σε νόμισμα κοινωνικής αξίας.
Και φυσικά το πρόβλημα δεν περιορίζεται στα παραπανίσια κιλά. Τα social media έχουν δημιουργήσει μια κουλτούρα όπου κανένα σώμα δεν μοιάζει αρκετά σωστό. Οι πιο αδύνατοι ακούνε ότι «θα πέσουν κάτω», όσοι έχουν κιλά χαρακτηρίζονται «αμελείς», οι ρυτίδες αντιμετωπίζονται σαν αποτυχία, ενώ ακόμη και η τριχόπτωση γίνεται αντικείμενο χλευασμού.
Το ανθρώπινο σώμα έχει μετατραπεί σε project διαρκούς βελτίωσης. Σαν να μην επιτρέπεται πια απλώς να υπάρχεις πρέπει συνεχώς να «διορθώνεσαι».
Κάποτε το body positivity εμφανίστηκε ως αντίδραση σε αυτή την παράνοια. Για λίγο φάνηκε ότι ίσως η κοινωνία άρχιζε να αποδέχεται διαφορετικά σώματα, διαφορετικές εικόνες, διαφορετικές εκδοχές ομορφιάς. Όμως πολύ γρήγορα αποδείχθηκε ότι μεγάλο μέρος αυτής της κουλτούρας ήταν επιφανειακό. Γιατί η βιομηχανία της εικόνας δεν κερδίζει από την αποδοχή. Κερδίζει από την ανασφάλεια. Από το να πιστεύεις διαρκώς ότι κάτι πάνω σου χρειάζεται αλλαγή. Ότι πρέπει να γίνεις πιο λεπτός, πιο γυμνασμένος, πιο νέος, πιο «τέλειος».
Κάπως έτσι, σήμερα, το να μην είσαι «φτιαγμένος» αντιμετωπίζεται σχεδόν σαν κοινωνικό παράπτωμα. Σαν να μην τηρείς έναν άτυπο κανόνα της ψηφιακής εποχής.
Το πραγματικό ερώτημα όμως είναι άλλο:
Τι έχει πάει τόσο λάθος στη ζωή μας, ώστε από όλα όσα συμβαίνουν γύρω μας, να αφιερώνουμε τόσο χρόνο και τόση ένταση στο να σχολιάζουμε την κοιλιά, το πρόσωπο ή το σώμα κάποιου άλλου; Ίσως τελικά το μεγαλύτερο πρόβλημα να μην είναι τα standards ομορφιάς. Ίσως να είναι ότι ξεχάσαμε να βλέπουμε ανθρώπους και αρχίσαμε να βλέπουμε μόνο εικόνες.
